 | Είδαμε: The Great World Of Sound Αναζητώντας δουλειά, ο Martin απαντά στην αγγελία μιας εταιρείας μουσικών παραγωγών με την επονομασία 'The Great World Of Sound'. Φτάνοντας στα γραφεία της εταιρείας γνωρίζεται με τον Clarence, έναν χειμαρρώδη τύπο, που επίσης έχει απαντήσει στην αγγελία. Οι δυο τους θ' αποτελέσουν ένα από τα δίδυμα που θα στέλνει η εν λόγω εταιρεία σε διάφορες πόλεις για να κάνουν ακροάσεις σε μουσικούς παντός είδους με σκοπό να τους βοηθήσουν να ηχογραφήσουν demos, εφόσον είναι διατεθειμένοι να δώσουν μια παχυλή προκαταβολή. Διαισθανόμενος αμυδρά ότι τα πράγματα μάλλον δεν είναι όπως ακριβώς τα παρουσίασε το υπεραισιόδοξο αφεντικό, ο Martin ξεκινά με τον Clarence για την πρώτη τους 'αποστολή'...
Έχοντας εργαστεί στο πλευρό του David Gordon Green (εδώ σε χρέη παραγωγού), ο Craig Zobel επιχειρεί με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο να κάνει μια κριτική στη σύγχρονη μουσική βιομηχανία και τον τρόπο που 'ανακαλύπτονται' τα νέα ταλέντα. Η ταινία παρακολουθεί τις περιπέτειες των δύο ανδρών και τις προσπάθειές τους να κλείσουν συμβόλαια έπειτα από εξαντλητικές οντισιόν σε φτηνά μοτέλ, σε διάφορες κωμοπόλεις ανά τις ΗΠΑ. Με την απάτη να βρωμάει από μακριά και ν' αποκαλύπτεται σιγά σιγά, αυτό που αρχικά φαίνεται αστείο, αρχίζει και σοβαρεύει, καθώς τα τεχνάσματα με σκοπό να πειστούν οι ενδιαφερόμενοι μουσικοί για την υπογραφή της πολυπόθητης επιταγής ξεπερνούν κάθε μέτρο πονηριάς, κάτι που ενοχλεί τον Martin ολοένα και περισσότερο. Το ύφος του Zobel εναλλάσσεται έξυπνα μεταξύ αυτού της σάτιρας και του ψευδο-reality, χωρίς να κουνά το δάκτυλο και αφήνοντας το θεατή να βγάλει τα όποια συμπεράσματα. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι οι οι περισσότεροι μουσικοί που εμφανίζονται στην ταινία για ακρόαση είχαν όντως απαντήσει σε αγγελία και έφτασαν στο ραντεβού νομίζοντας ότι πρόκειται για κανονική δισκογραφική εταιρεία. Μόνο στο τέλος της κάθε συνάντησης τους γνωστοποιούσε ο Zobel ότι μόλις τους είχαν κινηματογραφήσει και τους ζητούσε την άδεια για την ενσωμάτωση της 'σκηνής' τους στην ταινία. Οι περισσότεροι δέχτηκαν με χαρά. Ε, κάτι περισσότερο θα διαισθάνθηκαν. Σπύρος Θωμόπουλος - 27/11/2007 |  | |  | Τελετή Λήξης. 'Απλά και γρήγορα' πρέπει να ήταν το σύνθημα της φετινής Τελετής Λήξης του 48ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ο κόσμος, οι συντελεστές των ταινιών αλλά και οι επίσημοι προσκεκλημένοι είχαν φτάσει στο Ολύμπιον από νωρίς, το οποίο γέμισε χωρίς το σύνηθες στριμωξίδι και τον εκνευρισμό προηγούμενων χρόνων.
Μετά από ένα σύντομο καλωσόρισμα από τον οικοδεσπότη της βραδιάς Κωνσταντίνο Κοντοβράκη και ένα ολιγόλεπτο βίντεο ανασκόπησης των δέκα ημερών του φεστιβάλ, η διευθύντρια του φεστιβάλ Δέσποινα Μουζάκη ανέβηκε στη σκηνή για να ρίξει και επίσημα την αυλαία του φεστιβάλ και να δώσει το σύνθημα για την έναρξη της απονομής των βραβείων. Η 'παρέλαση' άρχισε με αυτό της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, στη «Μεταμόρφωση» του Κώστα Σφήκα και την καθιερωμένη γκρίνια του προέδρου της, Ανδρέα Τύρου, περί της ελληνικής κινηματογραφικής πραγματικότητας.
Ευτυχώς η βραδιά δεν είχε μόνο γκρίνιες, αλλά και μπόλικα ευτράπελα. Χαρακτηριστική στιγμή η βράβευση της ταινίας του Σπύρου Σταθουλόπουλου, «PVC-1», από τη FIPRESCI. Το βραβείο παρέλαβε εκ μέρους του απόντος σκηνοθέτη ο περήφανος μπαμπάς-παραγωγός του ευχαριστώντας την επιτροπή για το... Χρυσό Αλέξανδρο που έδωσε στην ταινία! Και οι περιπέτειες του εν λόγω μπαμπά-παραγωγού συνεχίστηκαν αργότερα, όταν, παραλαμβάνοντας τον Αργυρό Αλέξανδρο που τελικά κέρδισε η ταινία, τον... αφιέρωσε στο γιο του!
Φυσιογνωμία της βραδιάς αναδείχτηκε, όμως, χωρίς συναγωνισμό ο χειμαρώδης Γιάγκος Ραυτόπουλος, που κέρδισε το Βραβείο Κοινού για το τμήμα Digital Wave, με την ταινία «Γιαγκόναν: Οι Σκοτεινές Μέρες Του Χαμού», ο οποίος άλωσε τη σκηνή ευγνωμονώντας το κοινό που βράβευσε την... υπερπαραγωγή του και στην τελική αναμνηστική φωτογραφία έκανε... διπλό κεφαλοκλείδωμα στους Danny Glover και Sam Rockwell, συνοδευόμενο από γνήσιες... βαρβαρικές γκριμάτσες.
Αντίθετα με τους παραπάνω, μαθήματα σεμνότητας, αλλά και μια νότα συγκίνησης, έδωσε ο κινέζος σκηνοθέτης του «The Red Awn», Cai Shangjun, ο οποίος, όταν ευχαρίστησε την επιτροπή για την τιμή που του έκαναν με τη βράβευση του Χρυσού Αλέξανδρου, αναγνώρισε τον πρόεδρό της, Jiri Menzel, ως αγαπημένο του σκηνοθέτη και μέντορά του. Σπύρος Θωμόπουλος - 26/11/2007 |  | |  | Είδαμε: And Along Come Tourists. Ένας νεαρός Γερμανός κάνει τη στρατιωτική κοινωνική θητεία του προσέχοντας έναν ηλικιωμένο κάτοικο του Αουσβιτς, κρατούμενο του ομώνυμου στρατοπέδου συγκέντρωσης στα χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Η στιγματισμένη από το ολοκαύτωμα μικρή πολωνική πόλη δε σημαίνει κάτι για το Sven όμως εκτός από το ό,τι πρέπει να ανέχεται στις παραξενιές του γερο-Krzeminski και την ψυχρή αντιμετώπιση των κατοίκων. Η Ania είναι το μοναδικό άτομο με το οποίο θα έρθει κοντά, έως ότου συμφιλιωθεί με τα συναισθήματά του, εκείνους που τον περιβάλλουν αλλά και την ιστορία της πατρίδας του.
Κλασσικό παράδειγμα μικρής σε κλίμακα ιστορίας που εντάσσεται και παραπέμπει σε μία περισσότερο οικουμενική, το «Am Ende kommen Touristen» προσπαθεί να προσεγγίσει την ψυχολογία της εν μέρει απελευθερωμένης από το στίγμα του ναζισμού γενιάς Γερμανών στην προσπάθειά τους να συμφιλιωθούν με τις μαύρες σελίδες της εθνικής τους ιστορίας. Σκηνοθέτης μίας τέτοιας ταινίας δε θα μπορούσε να ήταν άλλος από ένα Γερμανό, τον γεννηθέντα εν έτει 1974 Robert Thalheim, ο οποίος καταπιάνεται με μία ελεγχόμενης έντασης αυτοκριτική των μετά-παγκοσμίων-πολέμων γενεών της χώρας του, ρίχνοντας το βάρος ως επί το πλείστον στο μήνυμα της συμφιλίωσης και αδελφοσύνης μεταξύ των λαών. Αρμα του είναι ο μικρόκοσμος των σχέσεων που αναπτύσσονται κυρίως μεταξύ ενός θύματος του Αουσβιτς (το οποίο παρεμπιπτόντως παρουσιάζει μία ενδιαφέρουσα εξάρτηση με το χώρο) κι ενός μάλλον αδιάφορου για το παρελθόν Γερμανού. Όλοι τους είναι φορείς της ιστορίας που είτε έζησαν είτε πληροφορήθηκαν απ' τα βιβλία. Όμως η αφηγηματική στιβαρότητα του Thalheim δεν εγγυάται τίποτα περισσότερο από ένα σύνηθες δράμα με έμφαση στην ιστορική λήθη, το χάσμα γενεών και τα στερεότυπα που διέπουν την ανθρώπινη σκέψη. Ακροβατώντας ανάμεσα στη μετριοπάθεια και την ρετσινιά του ναζιστικού παρελθόντος, ο Γερμανός σκηνοθέτης προλαβαίνει να μας δείξει γιατί ενδιαφέρει τον καλλιτεχνικό κόσμο τη πατρίδας του η ιστορική ενδοσκόπηση, δεν καταφέρνει όμως να πείσει για την ιδιαιτερότητα της προσέγγισής του όντας επικεντρωμένος σε χαρακτήρες και καταστάσεις προβλέψιμες στην εξέλιξη και ως εκ τούτου ελάχιστα αξιομνημόνευτες. Νεκτάριος Σάκκας - 25/11/2007 |  | |  | Είδαμε: Afr. Ο Δανός πρωθυπουργός είναι ένας νέος πολιτικός άνδρας πιστός στις αρχές του νεοφιλελευθερισμού κι ένα δραστήριο μέλος της συνόδου κορυφής των ευρωπαίων ηγετών. Εν μέσω της συνόδου, μία απρόσμενη συνάντηση θα οδηγήσει τον ηγέτη της Δανίας σε μία πρωτόγνωρη για την ανεπτυγμένη Δύση κινητοποίηση που στόχο έχει να εξαλείψει τις άθλιες συνθήκες ζωής που μαστίζουν τους κατοίκους της Αφρικής. Ο σκηνοθέτης Morten Hartz Kaplers αναλαμβάνει να παραθέσει τα 'γεγονότα' που οδήγησαν στη δολοφονία του πολιτικού, μαζί και στο σβήσιμο των ελπίδων του βασανισμένου τρίτου κόσμου...
Στο πλαίσιο του τμήματος 'Σύγχρονοι Πόλεμοι' συμμετέχει με εντυπωσιακές συστάσεις το «AFR», ένα ψευδο-ντοκιμαντέρ - ή mockumentary, εναλλακτικά - που κατόπιν 'λαϊκής απαίτησης' επαναπροβλήθηκε στο 'Ολύμπιον' για τρίτη φορά. Δεν αποτελεί μυστήριο πώς το κοινό μέσα στο εν γένει μέτριο επίπεδο των φετινών συμμετοχών ξεχώρισε τη δουλειά του 36χρονου Kaplers αφού δύσκολα θα του αρνηθείς την ενδελεχή και καλοζυγισμένη παρουσίαση μίας φανταστικής ιστορίας ως αληθοφανέστατης, μοντάροντας αληθινούς πολιτικούς και πλάνα από συσκέψεις των ευρωπαίων ηγετών εντάσσοντας σε αυτά ένα φανταστικό πρόσωπο. Πρόκειται σίγουρα για ένα καλοστημένο ψέμα στη θέα του οποίου μπορεί κάλλιστα να ξεγελαστείς, αφού τόσο ο σκελετός μίας ταινίας τεκμηρίωσης ακολουθείται πιστά όσο και η διαπλοκή αληθών και ψευδών καταστάσεων τελείται με μαεστρία.
Υπάρχει όμως ένα τεράστιο 'αλλά' σε ό,τι αφορά το «AFR» και αυτό είναι η εννοιολογική και υφολογική στροφή 180 μοιρών που παίρνει στα μισά του δρόμου. Η 'επιφοίτηση' του Δανού πρωθυπουργού για τη φτώχεια του τρίτου κόσμου, η μετά των πιέσεών του μεταστροφή της δυτικής πολιτικής υπέρ μίας παγκόσμιας δικαιοσύνης περισσότερο ονειρικής και ορμητικής κι από τις διακηρύξεις του Μάη του '68 και βεβαίως η 'δραματική' έκβαση με το θάνατο του πρωτεργάτη αυτής της παρ' ολίγον αλλαγής προκαλούν ανοικτά τον κοινό νου. Νέο ανέκδοτο λοιπόν! Ο (νέο)φιλελευθερισμός έχει καρδιά και ανθρωπιά, όμως - ώ τι κρίμα! - ο πεφωτισμένος εκπρόσωπός του πέφτει νεκρός έτσι ώστε να διαιωνιστεί η νανουριστική ευημερία των λίγων εις βάρος των πολλών. 'Καληνύχτα Κεμάλ', δηλαδή, 'ο κόσμος αυτός δε θα αλλάξει ποτέ' που λέει κι ένα τραγούδι του Χατζιδάκι, συνοψίζοντας άριστα τη νοσηρή νομοτέλεια που υπονοεί ο Kaplers. Ακόμα κι ο πιο φανατικός οπαδός του νεοφιλελευθερισμού δε μπορεί να πάρει στα σοβαρά το πολιτικό νόημα που σχηματοποιεί το «AFR», το οποίο - πέραν της καλλιτεχνικής του συνέπειας - εμπερικλείει ύπουλο συντηρητισμό μα και κανένα σεβασμό για τον πέρα ως πέρα αληθινό και καθημερινό αγώνα ζωής και θανάτου εκατομμυρίων ψυχών στον πλανήτη. Νεκτάριος Σάκκας - 25/11/2007 |  | |  | Είδαμε: I Served The King Of England. Ο ηλικιωμένος Jan Dite αποφυλακίζεται και με τη στωικότητα που τα χρόνια προσφέρουν γυρνά στο παρελθόν του επιχειρώντας έναν απολογισμό ζωής. Βλέπετε, ο νεότερος Jan ήταν ένας ξερακιανός, χαμογελαστός, οξυδερκής, φιλόδοξος για προκοπή και πλούτο νέος που η τύχη έδειχνε να ευνοεί. Έβρισκε πάντα τρόπους να βγαίνει κερδισμένος κι αν αυτό δεν προέκυπτε εύκολα οι συγκυρίες ήταν πάντα εκεί, πρόθυμες να συνδράμουν. Έφτασε μάλιστα να παρασημοφορηθεί κι από τον ίδιο το βασιλιά της Αβησσυνίας! Τι τον οδήγησε όμως στο ζοφερό κόσμο της φυλακής; Το ερώτημα αυτό λίγη σημασία έχει εν σχέσει με τη λεπτολόγα κοινωνική σάτιρα που επιδέξια χειρίζεται ο Jiri Menzel. Αυτό που φαίνεται να εμπερικλείει την ουσία της ζωής αποτυπώνεται στο πρόσωπο του γερασμένου πλέον Jan. Το όνομα αυτής της αποτύπωσης ονομάζεται χαμόγελο...
Ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του διεθνούς διαγωνιστικού τμήματος του festival βραβεύτηκε στο πλαίσιο της προβολής από τον πρόεδρο κ. Γιώργο Χωραφά και την διευθύντρια κ. Δέσποινα Μουζάκη για να μας παραδώσει στη λίγο αργότερα στη θέα της τελευταίας του ταινίας. Ο Τσέχος σκηνοθέτης κέρδισε το κοινό που κατέκλεισε τη 'Φρίντα Λιάππα' με μία πλούσια σε συναισθήματα και σκέψεις δουλειά που ακολουθεί την επαγγελματική και ερωτική πορεία ενός συμπαθούς, μικρού στο δέμα νεαρού. Μέσα απ' τη ματιά του Jan, ο Menzel στήνει ένα θέατρο του παραλόγου με πρωταγωνιστές μέλη της καλής κοινωνίας και όσους τους περιβάλλουν τα οποία και σφάζει με το γάντι. Ο ήρωας παίρνει το ρόλο του παρατηρητή τέμνοντας ιστορικά γεγονότα με προσωπικές εμπειρίες εργαζόμενος σε μέρη που σφύζουν από ζωή, όπως σταθμάρχης σε σιδηροδρομικό σταθμό και υπάλληλος σε ξενοδοχείο. Η σατιρική διάθεση του Menzel είναι εμφανής σε κάθε πλάνο έχοντας αποσπάσει μία αξιόλογη κωμική ερμηνεία από τον Ivan Barnev. Δεν είναι όμως μόνο σατιρικός ο τρόπος που επιλέγει ο Menzel να εκφραστεί για παγιωμένες κοινωνικές αλήθειες καθώς μία βαθιά καλοσυνάτη διάθεση δείχνει να γεμίζει κάθε πτυχή της ταινίας. Τόσο ο ήρωας όσο και οι περί αυτόν αγκαλιάζονται από το σκηνοθέτη με αγάπη και αισιοδοξία, αφήνοντας για το τέλος ένα πεισματικά αισιόδοξο σχόλιο για τη ζωή. Νεκτάριος Σάκκας - 24/11/2007 |  | |  | Είδαμε: PVC-1. Σ' ένα φορτηγάκι, έξω από μια φάρμα στις παρυφές της κολομβιανής ζούγκλας, πέντε άτομα που κουβαλούν ένα μυστήριο δέμα, φορούν κουκούλες και ετοιμάζουν τα όπλα τους. Μόλις φτάνουν στον προορισμό τους, ορμούν με μανία και αιχμαλωτίζουν ένα ζευγάρι πτηνοτρόφων και τα τρία ανήλικα παιδιά τους. Ζητούν για λύτρα 15 εκατομμύρια πέσος (κάτι λιγότερο από 5 χιλιάδες ευρώ) και για να επιβάλλουν μια πίεση χρόνου, τοποθετούν στο λαιμό της μητέρας το περιεχόμενο του δέματος: μια ωρολογιακή βόμβα μέσα σ' ένα σωλήνα από PVC. Και φεύγουν αφήνοντας τις συνήθεις οδηγίες περί μη εμπλοκής της αστυνομίας κλπ. Από εκείνη τη στιγμή, ένας αγώνας ξεκινά για την άτυχη γυναίκα και την οικογένειά της, καθώς προσπαθούν να έρθουν σ' επαφή με τους πυροτεχνουργούς που θα την λυτρώσουν.
Γεννημένος πριν από 29 χρόνια στη χώρα της μητέρας του, την Κολομβία, αλλά μεγαλωμένος στη γενέτειρα του πατέρα του, τη Θεσσαλονίκη, ο Σπύρος Σταθουλόπουλος μοιράζει πια το χρόνο του ανάμεσα σε Κολομβία και Λος Αντζελες, όπου και σπούδασε κινηματογράφο. Έχοντας ιδρύσει τη δική του εταιρία με παραγωγό τον πατέρα του, την Kosmokrator Sinema (έτσι, σε greeklish) με σήμα μια αρχαιοελληνική περικεφαλαία που "συμβολίζει το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, πειθαρχημένο, λαμπερό και δοξασμένο", αφού "φιλοδοξεί να αναβιώσει αυτό το πνεύμα μέσα από τη δημιουργία ταινιών", όπως δηλώνει ο ίδιος. Αγαπημένη του ταινία τελευταίως είναι οι «300» και θέλει στο μέλλον να επιστρέψει στην Ελλάδα για να γυρίσει ταινίες για σοβαρά θέματα και πρόσωπα, όπως η Κάθοδος των Μυρίων ή ο Μέγας Αλέξανδρος. Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία «PVC-1», ένα low-budget μονοπλάνο 85 λεπτών που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, σχεδιασμένο και γυρισμένο μέσα σε μία μόνο εβδομάδα, ήρθε στο Φεστιβάλ με θετικότατο απόηχο από τις Κάνες, όπου και συμμετείχε στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών.
Ο οποίος απόηχος όχι μόνο χάνει τη θετικότητά του στα πρώτα 20 λεπτά, φαντάζει και εξωπραγματικός καθώς περνά η ώρα. Και αυτό γιατί το «PVC-1» είναι εξοργιστικά απαράδεκτο. Απ' όποια μεριά κι αν το δει κανείς. Ο ίδιος ο Σταθουλόπουλος έχει δηλώσει ότι δεν τον ενδιαφέρει ποιοι ακριβώς είναι αυτοί που βάζουν τη βόμβα, αλλά το τι γίνεται μετά. Δεκτό. Δε γίνεται όλες οι ταινίες να έχουν βαριά πολιτική ατζέντα. Ωστόσο, όσο η γυναίκα αυτή προσπαθεί να φτάσει στο ραντεβού με τους πυροτεχνουργούς γίνεται εμφανές ότι δεν υπάρχει και καμία άλλη ατζέντα, ούτε κοινωνική, ούτε ψυχολογική, ούτε τίποτα. Έστω, λοιπόν, ότι ο νεαρός φιλόδοξος δημιουργός ήθελε να κάνει αυτό το μονοπλάνο για να αποδείξει στον εαυτό του και σε όποιον άλλο ενδιαφερόμενο πως έχει αυτή τη δεξιότητα. Κάποιος όμως ξέχασε να του πει ότι ακόμα και τα μεγάλα μονοπλάνα χρειάζονται αυστηρό ντεκουπάζ και ότι η διάρκειά τους καθορίζεται από την ίδια τη δραματουργία και όχι από τη μέγιστη διάρκεια της καλύτερης εύκαιρης κασέτας, όπως έχει επίσης δηλώσει. Κι όσο για τη δραματουργία, τη διεύθυνση των ηθοποιών και την αγωνία του εγχειρήματος, τα γέλια των θεατών στο Ολύμπιον είναι το καλύτερο σχόλιο. Τυχεροί αυτοί που αποχώρησαν νωρίς και γλίτωσαν το λαϊκίστικο φινάλε... Σπύρος Θωμόπουλος - 24/11/2007 |  | |  | Είδαμε: Valse Sentimentale. Στα καυτά αυγουστιάτικα Εξάρχεια, οι ζωές δύο κατοίκων τους διασταυρώνονται. Η Ηλέκτρα κερδίζει τα προς το ζην με κάποια 'κανονική' δουλειά, αλλά ονειρεύεται να γυρίσει μια ταινία. Ο Σταμάτης, ένας κομίστας, μόλις έχει βγει από μια καταπιεστική σχέση. Και οι δυο τους δυσκολεύονται να συντονιστούν με τον περίγυρό τους, να ζήσουν μια ομαλή ζωή, ν' ανοίξουν τις καρδιές τους. Μέχρι τώρα δεν τους ενδιέφερε ούτε καν να κάνουν κάτι γι' αυτό. Η γνωριμία τους, ωστόσο, θα σημάνει την έναρξη ενός ιδιότυπου 'συναισθηματικού βαλς' με αμφίρροπη κατάληξη που μπορεί να μη σημαίνει και τίποτα...
Η πρώτη απόπειρα μεγάλου μήκους της Κωνσταντίνας Βούλγαρη (κόρης του Παντελή Βούλγαρη και αδερφής του Αλέξανδρου Βούλγαρη που έκανε αίσθηση πέρυσι στο Φεστιβάλ με το «Ροζ») έχει όλα τα στοιχεία μιας σύγχρονης ανεξάρτητης παραγωγής. Μηδαμινός προϋπολογισμός, ψηφιακή κάμερα χαμηλής ανάλυσης στο χέρι, φυσικοί φωτισμοί και διάλογοι, χαλαρή αφήγηση. Μόνο που κάτι λείπει. Μπορεί η νεαρή σκηνοθέτιδα να γνωρίζει καλά τη γειτονιά που κινούνται οι δύο ήρωές της (αφού είναι και η ίδια κάτοικος Εξαρχείων), αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν τη δικαιώνει. Και αυτό γιατί μια χαμηλής ανάλυσης 'χεράτη' κάμερα και το φυσικό φως του περιβάλλοντος δε συνεπάγονται αυτομάτως κακής φωτογραφίας, όπως και η χαλαροί αφηγηματικοί ρυθμοί δε σημαίνουν απουσία τελικού προορισμού. Οι δύο πρωταγωνιστές, Λουκία Μιχαλοπούλου και Θάνος Σαμαράς, βάζουν πραγματικά τα δυνατά τους, όμως η ελλιπής χημεία τους σύντομα μεταφράζεται σε συνεχώς αυξανόμενο δραματουργικό πρόβλημα. Απ' ό,τι φαίνεται, και το τίποτα θέλει δουλειά. Σπύρος Θωμόπουλος - 23/11/2007 |  | |  | Είδαμε: διόρθωση. Η πόρτα της φυλακής κλείνει και πίσω της αφήνει το Γιώργο ελεύθερο. Τα βήματα τον οδηγούν έξω από κάποιο σχολείο να παρακολουθεί ένα κοριτσάκι, σε ένα ξενώνα για να βρει στέγη και φαγητό ενώ προσπαθεί να προσεγγίσει τη μητέρα του κοριτσιού η οποία δείχνει ελάχιστα διατεθειμένη να τον συναντήσει. Ο λόγος της φυλάκισης, η συμπεριφορά του και η όποια σχέση του με μάνα και κόρη αποκαλύπτονται σαδιστικά αργά από το Θάνο Αναστόπουλο μέσα από ένα καθεστώς σιωπής που επιβάλλει στους ηθοποιούς του...
Θεωρείται μία από τις ξεχωριστές ελληνικές συμμετοχές του φετινού festival αλλά αν ισχύει κάτι τέτοιο τρομάζω και μόνο στην ιδέα των υπολοίπων. Ο ελληνικός κινηματογράφος αποδεικνύει περίτρανα πόσο χαμένος είναι ανάμεσα στο εξεζητημένο και την κοινωνική έκφραση μίας κοινωνίας που αδιαφορεί να προβεί σε οποιουδήποτε είδους ενδοσκόπηση. Μοιραία λοιπόν, τόσο το κοινό όσο και ο καλλιτεχνικός λόγος του μέσου βασανίζονται την ώρα που οι περισσότεροι Έλληνες 'δημιουργοί' κινηματογραφούν ως να αγνοούν ή (πολύ χειρότερα) να σνομπάρουν μία συμβατική, απλώς λειτουργική αφήγηση. Τα πράγματα - δυστυχώς για τον κ. Αναστόπουλο και φυσικά όχι μόνο γι αυτόν - είναι πολύ απλά: αν ο εγχώριος κινηματογράφος δε μάθει πρώτα την κινηματογραφική 'αλφαβήτα' ας μην ελπίζει σε λαμπρές μέρες εκτός κι αν τυχαίοι παράγοντες ευνοήσουν αποσπασματικά το αντίθετο.
Η ταινία εμπνέεται από αληθινά γεγονότα, τη δολοφονία ενός Αλβανού φιλάθλου από Έλληνες οπαδούς στο πλαίσιο ποδοσφαιρικής αναμέτρησης μεταξύ των αντίστοιχων εθνικών ομάδων. Ο δράστης περιφέρεται σιωπηρός, αναζητώντας άφεση αμαρτιών ή αν προτιμάτε 'διόρθωση' για τις πράξεις του. Πιάνει δουλειά σε σουβλατζίδικο το οποίο διευθύνει Αλβανός, παρέχοντας υπηρεσίες σε ανθρώπους που συνήθιζε να μισεί. Κοιμάται σε χαρτόκουτα σα λαθρομετανάστης, ξεπληρώνοντας με το νόμισμα που κάποτε σιχαινόταν. Στον αντίποδα, εκείνοι που παλαιότερα εισέπρατταν την απόρριψή του τώρα ζουν αξιοπρεπέστερα από εκείνον και δείχνουν παράλληλα ευσπλαχνία ανυπόφορη για τις ενοχές που κουβαλά. Όταν - πολύ αργότερα από όσο οι υπομονή μας αντέχει - αποδεικνύεται πως η μάνα και το κοριτσάκι είναι η οικογένεια του φιλάθλου που δολοφόνησε, εμφανίζεται το υπεραπλουστευμένο μήνυμα-δίδαγμα που απέχει παρασάγγας από τη διανοουμενίστικη σιωπή και συνολικότερο ύφος της 'Διόρθωσης'. Ύστερα από πύρινο λόγο περί συγχώρεσης του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου (ναι, καλά διαβάζετε) στο πλαίσιο ενός επιταφίου, ο Γιώργος κερδίζει τη λύτρωση από τη χήρα μέσα σ' έναν ωκεανό κοινοτοπίας. Έτσι, εντελώς ασυγχώρητα το αντιρατσιστικό μήνυμα ξεφτιλίζεται και η σχηματοποιημένη του απόδοση καταργεί κάθε όριο δραματουργικής συνέπειας. Διότι δεν αντέχεται η ενδιαφέρουσα προσπάθεια κινηματογράφησης να καταστρατηγείται τόσο μάταια είτε από μία άκρως εχθρική για το θεατή αφήγηση είτε γιατί η έλλειψη ιδεών όπως οδεύουμε προς το φινάλε καταρρακώνει τις όποιες αγνές αρχικές προθέσεις. Νεκτάριος Σάκκας - 23/11/2007 |  | |  | Είδαμε: Stellet Licht (Silent Night). Κάπου στην επαρχία Τσιουάουα στο Μεξικό, σε μια κοινωνία Μενονιτών, ένας αγρότης και πάτερ φαμίλιας μιας πολυμελούς οικογένειας βασανίζεται από τύψεις. Ο λόγος είναι η παράνομη σχέση που έχει συνάψει με μια νεαρή γυναίκα, η οποία - κατά δική του ομολογία - θα μπορούσε να είναι η τέλεια σύντροφος. Η σύζυγός του γνωρίζει γι' αυτή τη σχέση, αλλά υπομένει στωικά αφού, σύμφωνα με τα πιστεύω της κοινωνίας τους, η βία αποφεύγεται σε κάθε περίπτωση και ο μόνος κριτής είναι ο Θεός.
Δύο χρόνια μετά το εκστατικό «Batalla En El Cielo» («Battle In Heaven») το τρομερό παιδί του μεξικάνικου κινηματογράφου επιστρέφει με το νέο του πόνημα που παρακάμπτει όλες τις περιττές επιστρώσεις για να φτάσει με δύναμη στην απογυμνωμένη ανθρώπινη ψυχή. Γυρισμένο εξολοκλήρου με ερασιτέχνες ηθοποιούς, κάτοικους της κοινότητας Μενονιτών (αίρεση Χριστιανών Αναβαπτιστών με γερμανο-ολλανδικές ρίζες), και στην τοπική τους διάλεκτο (ένα μπαστάρδεμα γερμανικών-ολλανδικών), το «Stellet Licht» («Silent Light») είναι μια ελεγεία πάνω στην αμαρτία, την αγάπη και τη συγχώρεση. Ο ήρωας ταλαντεύεται ανάμεσα στη σαρκική επιθυμία και τον πόθο για την 'άλλη' γυναίκα και στις ενοχές του για το κακό που κάνει στη δική του γυναίκα και την οικογένειά του. Η αυστηρότητα της ζωής στη συγκεκριμένη κοινότητα είναι ένα επιπλέον βάρος, καθώς οι αβάσταχτες σιωπές των υπολοίπων και το άγρυπνο βλέμμα του Θεού δημιουργούν ένα ασφυκτικό κλίμα που κορυφώνεται δραματικά και λύνεται με ένα θαύμα, σε έναν άμεσο διάλογο με το «Ordet» του Carl Dreyer. Ίσως η μεγάλη διάρκεια κουράσει μερικούς απροπόνητους θεατές - και η αλήθεια είναι ότι μερικά σημεία θα μπορούσαν να είχαν συντομευτεί λίγο - αλλά τα μαγικά πλάνα και η ζωγραφική φωτογραφία του Alexis Zabe θα αποζημιώσουν. Σπύρος Θωμόπουλος - 21/11/2007 |  | |  | Στο μυαλό του (παραγωγού) John Malkovich. Στη Θεσσαλονίκη βρέθηκε το πρώτο σαββατοκύριακο του Φεστιβάλ, ο δημοφιλής ηθοποιός John Malkovich, με την ιδιότητα του παραγωγού για την ταινία «Juno» του Jason Reitman. Τον δύο φορές υποψήφιο για Όσκαρ ερμηνείας, υποδέχθηκαν ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Γιώργος Χωραφάς και η καλλιτεχνική διευθύντρια Δέσποινα Μουζάκη. Στη συνέντευξη τύπου που παραχώρησε μαζί με τον επίσης διακεκριμένο παραγωγό Russell Smith, μίλησε για την παραγωγή, την υποκριτική, τον κινηματογράφο και το θέατρο.
Μιλώντας για την παραγωγή της ταινίας «Juno», ο Russell Smith είπε ότι όλα ξεκίνησαν από το εξαιρετικό σενάριο που στηρίχθηκε σε μια πρωτότυπη ιδέα. Ο John Malkovich ομολόγησε πως η δική του ανάμειξη στο «Juno» περιορίστηκε κυρίως στο να κρατάει σημειώσεις και παρατηρήσεις πάνω στα σενάρια, ενώ συμπλήρωσε πως η συμμετοχή του στο project προέκυψε από την παλιά του φιλία με τον Russell Smith. Για τις καλλιτεχνικές διαφορές ανάμεσα στον κινηματογράφο και το θέατρο ο Malkovich είπε ότι "το πραγματικό έργο που έχει να κάνει κανείς όταν αναλαμβάνει μία θεατρική παράσταση είναι να δημιουργήσει μία ζωντανή εμπειρία κάθε μέρα, ενώ ο κινηματογράφος δεν αλλάζει. Δεν αλλάζει τίποτα, αν ένας ηθοποιός παίξει διαφορετικά από μέρα σε μέρα".
Σχολιάζοντας τις διαφορές στον τρόπο εργασίας σε Ευρώπη και Αμερική, ο John Malkovich ανέφερε ότι έχει γυρίσει τις περισσότερες ταινίες του στην Ευρώπη όχι γιατί το σχεδίασε αλλά γιατί έτυχε: "Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά σε σχέση με τη δουλειά. Καθένας που κάνει μία ταινία οπουδήποτε στον κόσμο, επιθυμεί μόνο να έχει καλό αποτέλεσμα. Είτε είναι στην Αμερική, είτε είναι στην Ευρώπη", είπε χαρακτηριστικά. Τέλος, αναφορικά με τον Αμερικανικό ανεξάρτητο κινηματογράφο ο δημοφιλής ηθοποιός φάνηκε απαισιόδοξος λέγοντας ότι "πλέον έχει γίνει ένα μικρό κομμάτι του συστήματος των μεγάλων στούντιο", και ότι ως ανεξάρτητος παραγωγός έχει δει τεράστια διαφορά στον τρόπο με τον οποίον γίνονται οι παραγωγές στις ΗΠΑ τα τελευταία πέντε χρόνια. Θανάσης Γεντίμης - 19/11/2007 |  | |  | Ο Κώστας Γαβράς άνοιξε τα χαρτιά του για την... Εδέμ. Μετά από σχεδόν 50 χρόνια δράσης και 20 ταινίες, ο Έλληνας σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς, παρουσίασε την πρώτη του ταινία με συμπαραγωγό χώρα την Ελλάδα. Πρόκειται για την Γαλλο-Ελληνική παραγωγή «Eden Is West», η οποία βάσει της ευρωπαϊκής σύμβασης συμπαραγωγών θα είναι η πρώτη ταινία του Κώστα Γαβρά που θα έχει Ελληνική υπηκοότητα.
Σε συνέντευξη Τύπου που δόθηκε το Σάββατο 17 Νοεμβρίου, ο Κώστας Γαβράς παρουσίασε τη νέα του ταινία, λέγοντας πως είναι μία ευχάριστη περιπέτεια να επιστρέφει στην Ελλάδα σαν Έλληνας και σκηνοθέτης. Το «Eden Is West» "είναι μία σύγχρονη ιστορία ενός νέου λαθρομετανάστη που διασχίζει τη Μεσόγειο από την Ελλάδα, επιθυμώντας να φτάσει στο Παρίσι που είναι το όνειρο του". Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε πρόκειται για ένα road movie ενός σύγχρονου Οδυσσέα με μόνη διαφορά ότι δεν πάει στην Ιθάκη, αλλά θέλει να βρει τη δική του Ιθάκη.
Πηγή έμπνευσης για την ταινία του όπως ανέφερε ο κ. Γαβράς, αποτέλεσε πριν χρόνια μια συζήτηση με ένα Γάλλο υπουργό ο οποίος ανέφερε πως στο άμεσο μέλλον θα μεταναστεύσουν στην Ευρώπη 20 εκατομμύρια ξένοι, ενώ πρόσθεσε όσον αφορά το θέμα της ταινίας: "Είναι αδύνατο να γίνει μία ρεαλιστική ταινία πάνω στο δράμα αυτών των ανθρώπων. Είναι μια μεταφορά, κάτι διαφορετικό". Όπως και σε άλλες ταινίες του σκηνοθέτη το όνομα της χώρας καταγωγής του ήρωα δεν θα λέγεται, αλλά θα 'φωτογραφίζεται', ενώ επ' αυτού ο σκηνοθέτης δήλωσε χαρακτηριστικά: "Ελπίζω ο θεατής να το βρει μόνος του, όπως στο Ζ".
Η σύζυγος του Κώστα Γαβρά, Μισέλ Ρέι Γαβρά, αποκάλυψε πως το κάστινγκ θα είναι ευρωπαϊκό ενώ ο πρωταγωνιστής αναζητείται σε Ελλάδα, Γαλλία και Ιταλία. Τα γυρίσματα θα ξεκινήσουν την άνοιξη, θα διαρκέσουν 12 εβδομάδες και θα γίνουν στο Παρίσι, τις Αλπεις και την Κρήτη. Κλείνοντας ο Κώστας Γαβράς ευχήθηκε η ταινία να είναι έτοιμη σε ένα χρόνο ώστε να παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης και να έχει την ευκαιρία να βρεθεί ξανά κοντά στο Ελληνικό κοινό. Θανάσης Γεντίμης - 18/11/2007 |  | |  | Λαμπερή πρεμιέρα για το 48o Φεστιβάλ. Στην κατάμεστη αίθουσα του Ολύμπιον, μέσα σε εορταστικό κλίμα άνοιξε η αυλαία του 48ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Παρασκευή το βράδυ. Αρχικά το κοινό μέτρησε το χρόνο αντίστροφα μέσα απ' τα λογότυπά του Φεστιβάλ και στην συνέχεια ένιωσε τον παλμό του να αντηχεί όταν ο Νίκος Τουλιάτος με την ομάδα κρουστών Ηχόδραση μπήκαν στην αίθουσα, συντονίζοντας στο ρυθμό τους ολόκληρη την πόλη. Στην οθόνη του Ολύμπιον καθώς και σε τέσσερα τεράστια υπόλευκα μπαλόνια που κρέμονταν από την οροφή της αίθουσας, προβλήθηκαν εικόνες από ταινίες της ευρωπαϊκής avant garde.
Στη συνέχεια μέσα από τα «μάτια» και τα λόγια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν οι θεατές «έζησαν» την αίσθηση που προκάλεσε στον μεγάλο σκηνοθέτη η πρώτη του κινηματογραφική εμπειρία. Όταν έσβησε η υποβλητική φωνή του αφηγητή, στη σκηνή ανέβηκε ο παρουσιαστής της τελετής Κωνσταντίνος Κοντοβράκης ο οποίος, αφού καλωσόρισε το κοινό και τους επίσημους προσκεκλημένους. Ιδιαίτερα πρωτότυπο και άμεσο ήταν το κάλεσμα του προέδρου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Γιώργου Χωραφά "να μοιραστούν όλοι τον παλμό του φεστιβάλ με τους ανθρώπους της πόλης". Ο κ. Χωραφάς βγήκε από την αίθουσα και μαζί με τους εθελοντές της διοργάνωσης σκόρπισε μπαλόνια στον ουρανό της Πλατείας Αριστοτέλους, σηκώνοντας με αυτόν τον συμβολικό τρόπο και τυπικά την αυλαία του Φεστιβάλ.
Την τελετή έναρξης του 48ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου, ακολούθησε η προβολή της ταινίας του Ουονγκ Καρ-Ουάι «My Blueberry Nights», την οποία προλόγισε ο Ντέιβιντ Στραδερν, ένας εκ των πρωταγωνιστών της ταινίας. Ο κ. Στράδερν χαρακτήρισε πολύ σημαντική την προβολή της ταινίας στο πλαίσιο του 48ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, καθώς, όπως εξήγησε, "παρουσιάζεται σε μια χώρα που εδώ και χιλιετίες ασχολείται με το πολύ δύσκολο ζήτημα της ανθρωπιάς και της αναζήτησης της αγάπης, που είναι και το ίδιο το θέμα που πραγματεύεται η ταινία Myblueberrynights".
Την τελετή έναρξης τίμησαν με την παρουσία τους, μεταξύ άλλων, ο Γενικός Γραμματέας Πολιτισμού Χρήστος Ζαχόπουλος, ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Ψωμιάδης, ο Υπουργός Μακεδονίας- Θράκης Μαργαρίτης Τζίμας, ο Υφυπουργός Ανάπτυξης Σταύρος Καλαφάτης, ο Υφυπουργός Αθλητισμού Γιάννης Ιωαννίδης και πολλοί άλλοι. Θανάσης Γεντίμης - 17/11/2007 |  | |
|
|