|
Γράφει: Μαριτίνα Παπαμήτρου | 28.09.2012 Δύο αδέρφια, ο Marko (Lars Eidinger) και ο Jakob (Sebastian Zimmler) συναντιούνται στο εξοχικό σπίτι των γονιών τους, μετά από παράκληση της μητέρας τους Gitte (Corinna Harfouch), για να περάσουν όλοι μαζί ένα ήσυχο οικογενειακό σαββατοκύριακο, κάτι που έχουν να κάνουν εδώ και καιρό. Εκεί θα συναντήσουν και τον πατέρα τους, Gunter (Ernst Stotzner) ο οποίος έχει μόλις πουλήσει τον επί χρόνια κερδοφόρο εκδοτικό του οίκο. Οι προσδοκίες τους όμως για μια ήρεμη οικογενειακή συνάθροιση θα διαψευστούν όταν η επί 30 χρόνια ψυχικά άρρωστη μητέρα τους αποκαλύψει ότι σταμάτησε να παίρνει τα φάρμακά της εδώ και δύο μήνες.
Στα χνάρια της βορειοευρωπαϊκής κινηματογραφικής παράδοσης, το «Was Bleibt» του Hans-Christian Schmid, υποψήφια για Χρυσή Αρκτο στη φετινή Berlinale, αποτελεί μια σοβαρή και διαυγή αποδόμηση της σύγχρονης μεσοαστικής γερμανικής οικογένειας.
Δύο γιοι, ο ένας ζει μόνιμα στην πρωτεύουσα, αποστασιοποιημένος από την οικογένειά του και σε διάσταση από τη σύζυγό του, ο άλλος προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του ως νέος οδοντίατρος, με την οικονομική βοήθεια του πατέρα του. Οι γονείς, χρόνια παντρεμένοι, φαίνεται να έχουν βρει τη χρυσή τομή παρά το σημαντικό ψυχολογικό πρόβλημα της Gitte που αποτελεί λόγο μόνιμης αναταραχής και άγχους στη σχέση τους. Όταν η αποκάλυψη της μητέρας σκάσει σαν κεραυνός εν αιθρία, οι φαινομενικά ισορροπημένες και "πολιτισμένες" σχέσεις θα διαταραχθούν ανεπανόρθωτα. Κάθε ίχνος υπομονής μεταξύ τους θα εξαντληθεί και η συμβίωσή τους θα γίνει σχεδόν ανυπόφορη.
Το «Was Bleibt» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ταινίας που αποτυπώνεται στο μυαλό του θεατή, ακόμα και μετά την έξοδο από τις αίθουσες, χάρη στις εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών του. Νατουραλιστικές σχεδόν, δεν έχουν σκοπό να αποδώσουν τα πραγματικά συναισθήματα του ήρωα εξαρχής, αλλά αντανακλούν το "προσωπείο" που καθένας έχει επιλέξει να φορά απέναντι στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Ακόμα και στα συναισθηματικά φλατ αυτά "προσωπεία", η υποβόσκουσα ένταση είναι ορατή και όταν λάβει χώρα το κινητήριο εκείνο γεγονός που θα τους κάνει να αντιμετωπίσουν σχεδόν εξαναγκαστικά την πραγματικότητα, η ένταση αυτή θα διαχυθεί συγκρουσιακά στην ατμόσφαιρα. Ωστόσο, παρά την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση και τη σταδιακή κλιμάκωση των γεγονότων που παρασύρουν συναισθηματικά το θεατή, η απουσία σεναριακής κάθαρσης δεν επιτρέπει μια βαθύτερη συναισθηματική εμπλοκή και αφήνει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου, αν όχι απογοήτευσης. |