|
Γράφει: Βάλυ Μουκανάκη | 23.09.2012 Ποια ήταν στ' αλήθεια η Joyce Vincent; Γιατί κανείς δεν αντιλήφθηκε την απουσία της; Πώς είναι δυνατόν να μην την αναζήτησε κανείς για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα; Οι φίλοι, οι συγγενείς ούτε καν οι απλήρωτοι λογαριασμοί δε στάθηκαν αφορμή για να ανακαλυφθεί νωρίτερα το πτώμα της. Ο σκελετός της βρέθηκε στο διαμέρισμά της τρία χρόνια μετά το θάνατό της. Τα απομεινάρια της ήταν περιτριγυρισμένα από χριστουγεννιάτικα δώρα κι η τηλεόραση ήταν ακόμα ανοιχτή...
Κι όμως πρόκειται για πραγματική ιστορία κι όχι για επινόηση κάποιου σεναριογράφου, όπως θα περίμενε κανείς. Με λίγα στοιχεία στα χέρια της και μέσα από συνεντεύξεις φίλων και γνωστών (γιατί όχι και της οικογένειάς της άραγε;), η Carol Morley προσπαθεί να σκιαγραφήσει το πορτρέτο αυτής της μυστηριώδους γυναίκας. Το άσχημο τέλος της δεν προδιαθέτει το θεατή για την έντονη και φαινομενικά γεμάτη ζωή της.
Η Joyce δεν έπινε, δεν έκανε καταχρήσεις, ήταν νέα, όμορφη, δημοφιλής, κεφάτη και χαμογελαστή... Ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε. "Maybe my smile is just a frown", φαίνεται να τραγουδά στην ταινία. Δε θα μάθουμε ποτέ τι της συνέβη, τι την οδήγησε στο να απομακρυνθεί από φίλους και οικογένεια, τι είχε στο μυαλό της. Ξέρουμε μόνο τι πίστευαν οι άλλοι γι' αυτήν, οι περισσότεροι όντας εγκλωβισμένοι μέσα σε στερεότυπα. Τι σημασία έχει που η Joyce ήταν αγαπητή στους γύρω της και περιτριγυριζόταν από τόσους ανθρώπους; Εξαφανίστηκε και δεν το πήρε κανείς χαμπάρι... Καμιά φορά νιώθει κανείς μεγαλύτερη μοναξιά όντας μέσα σε πολύ κόσμο. Αραγε πόσο καλά γνωρίζουμε τους δικούς μας ανθρώπους; Η ταινία δημιουργεί ποικίλα ερωτήματα, προκαλεί σκέψεις πάνω στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και τον τρόπο που βλέπουμε τους γύρω μας. Το θέμα της είναι από μόνο του πολύ δυνατό, σχεδόν καθηλωτικό. Η εικόνα ενός πολυσύχναστου εμπορικού κέντρου κάτω από ένα διαμέρισμα στο οποίο σαπίζει ένα πτώμα είναι μια εικόνα που δύσκολα βγαίνει από το μυαλό. |