Ο Philip είναι ένας Γερμανός δημοσιογράφος που έχει αναλάβει να γράψει ένα άρθρο για το αμερικάνικο τοπίο. Όταν επιστρέφει στη Νέα Υόρκη, μετά από ένα μεγάλο road trip στην αμερικάνικη επαρχία, αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα του χωρίς να έχει τελειώσει τη δουλειά του. Στο αεροδρόμιο γνωρίζει τη γοητευτική Lisa και την κόρη της, Alice. Μέσα από διάφορες συγκυρίες, ο Φίλιπ καταλήγει να ταξιδεύει προς το Αμστερνταμ με την εννιάχρονη Alice, ενώ τα ίχνη της Lisa έχουν χαθεί. Από τη Νέα Υόρκη στο Αμστερνταμ, από εκεί στο Βούπερταλ και μετά στο Όμπερχάουζεν, η Αλίκη του Wenders ζει σε μια μοντέρνα Χώρα των Θαυμάτων. Και στο κινηματογραφικό σύμπαν του Wenders, το θαύμα είναι το ταξίδι.
Η υπόθεση δεν έχει καμία σημασία σε αυτή την ταινία-ποίημα. Οι εικόνες και ο δρόμος συνθέτουν τη δική τους ιστορία, που μιλάει απευθείας στο θυμικό μας. Έχω την αίσθηση πως θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον, εδώ, να παραθέσω κάποιες από τις ερωτήσεις που έγιναν μετά την προβολή της ταινίας και τις απαντήσεις που έδωσε ο μεγάλος Wim Weders.
Ερ.: Στο τέλος της ταινίας, βλέπουμε τον ήρωα να διαβάζει στην εφημερίδα την αναγγελία του θανάτου του John Ford. Με αφορμή το σημερινό, δυσάρεστο νέο για το θάνατο του Robert Altman, βρίσκω πολύ καίρια αυτή την αναφορά. Θα θέλατε να το σχολιάσετε;
W.W.: Φυσικά, ο John Ford είναι ένας σκηνοθέτης που λατρεύω και που με έχει επηρεάσει πάρα πολύ. Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά όταν ο Philip βρίσκεται στο μοτέλ παρακολουθεί μια ταινία στην τηλεόραση. Η ταινία αυτή είναι το Mr Lincoln. Το σημείο στο οποίο αναφέρεστε δεν ήταν μέσα στο σενάριο αλλά προς το τέλος των γυρισμάτων, διάβαζα την εφημερίδα κι έπεσα πάνω στην είδηση της αναγγελίας του θανάτου του. Θεώρησα λοιπόν ότι το λιγότερο που μπορούσα να κάνω ήταν να προσθέσω κι αυτό το "σημάδι" στο μικρό μου homage.
Ερ.: Γιατί έχει τόσο μεγάλη σημασία για σας το ταξίδι; Τι σας τραβάει τόσο στα road movies;
W.W.: Καταρχήν, πρέπει να σας πω ότι σήμερα το πρωί είχαμε μια δίωρη κουβέντα γι' αυτό το θέμα με τον Walter Salles, οπότε δεν ξέρω τι παραπάνω να προσθέσω. Μπορώ, παρόλα αυτά, να σας πω την ιστορία αυτής της ταινίας, που αποτελεί και το λόγο για τον οποίο έγινα σκηνοθέτης. Το «Alice In The Cities» ήταν η τέταρτη ταινία που γύριζα, ωστόσο μέχρι τότε δεν μπορώ να πω ότι ένιωθα σκηνοθέτης. Θέλω να πω, είχα γυρίσει κάποιες ταινίες που θεωρούνταν μεν καλές αλλά εμένα δε μου φαίνονταν διαφορετικές από ταινίες που ήδη υπήρχαν. Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να διαφοροποιηθώ, να οικειοποιηθώ το σινεμά, ώστε να νιώσω ότι αυτό είναι το μέσο που μου ταιριάζει και για το οποίο είμαι προορισμένος. Αλλιώς, μπορούσα πάντα να επιστρέψω στη ζωγραφική ή να γίνω συγγραφέας ή σεναριογράφος.
Η 'Alice' με βοήθησε να συνειδητοποιήσω ότι η ιδιότητα του σκηνοθέτη ήταν η μοναδική που θα μπορούσα να έχω. Επιτέλους, ένιωθα ότι μπορούσα να αναπτύξω ένα genre, αυτό του road movie. Θυμάμαι, χαρακτηριστικά, ότι κάθε φορά που πήγαινα ένα ταξίδι και στο ξενοδοχείο μου ζητούσαν να συμπληρώσω το χαρτί με τις πληροφορίες, άφηνα πάντοτε κενό το πεδίο της εργασίας/ απασχόλησης. Μετά την 'Alice', έγραψα για πρώτη φορά "σκηνοθέτης" και ήμουν σίγουρος ότι αυτό δε θα άλλαζε ποτέ.
Ερ.: Βλέπουμε κάποια στιγμή στην ταινία να αντικατοπτρίζεται στο αυτοκίνητο η εικόνα του συνεργείου και , αν δεν κάνω λάθος, είστε κι εσείς παρών. Πρόκειται για κάποιο 'ατύχημα' ή ήταν στις προθέσεις σας αυτή η αντανάκλαση, όταν γυρίζατε την ταινία;
W.W.: Η ιστορία της ταινίας αυτής είναι αρκετά μεγάλη. Αφού τη γυρίσαμε, βγάλαμε περίπου 80 κόπιες. Στις αρχές τις δεκαετίας του '90, ξεκινήσαμε μια προσπάθεια αποκατάστασης του αρχικού αρνητικού, το οποίο όμως ήταν σε άθλια κατάσταση. Επί μήνες παλεύαμε με φθαρμένα, σκισμένα και σκονισμένα κομμάτια και ήταν μια δουλειά πολύ επώδυνη. Όπως καταλαβαίνετε, η αφαίρεση της συγκεκριμένης αντανάκλασης από το φιλμ ήταν υπόθεση μερικών λεπτών. Είχαμε επεξεργαστεί πολύ σοβαρότερα προβλήματα από αυτό και το "σβήσιμο" του συνεργείου θα ήταν παιχνιδάκι. Έπρεπε λοιπόν τότε να πάρω μια απόφαση για το αν ήθελα να φαίνομαι -κυριολεκτικά- μέσα σε αυτό το φιλμ ή όχι. Και τελικά αποφάσισα πως ήθελα. Όχι μόνο για τον εαυτό μου αλλά και για τους λίγους θεατές στους οποίους θα έλειπε αυτή η μικρή λεπτομέρεια.
Ερ.: Η ταινία σας, που γυρίστηκε στα 1970, κερδίζει σε ποιητικότητα χάρη στην αθωότητα και την ομορφιά του ημίγυμνου παιδικού κορμιού. Σήμερα, με τα πάμπολλα σκάνδαλα παιδοφιλίας στον κόσμο, θεωρείται αδιανόητο για έναν σκηνοθέτη να προβάλλει το γυμνό σώμα ενός παιδιού- είναι ένα ζήτημα ταμπού. Εσείς δεν το σκεφτήκατε ποτέ αυτό;
W.W.: Καταρχήν, πρέπει να σας πω ότι ποτέ δεν υπήρξε επιδίωξή μου να είμαι politically correct. Επιτρέψτε μου να σας διηγηθώ μια ιστορία για αυτήν την ταινία και θα πάρετε την απάντησή σας. Γράφοντας το σενάριο, είχα στο μυαλό μου ως μεταβατικό σταθμό των ηρώων μου όχι το Αμστερνταμ αλλά την Ισλανδία. Ήταν μια χώρα που είχα μόλις ανακαλύψει. Πρόκειται για ένα μοναδικό μέρος, ακατοίκητο σχεδόν και μαγικό. Επιπλέον, βρισκόταν ακριβώς στη μέση της ιστορίας μου, ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και τη Γερμανία. Τα προβλήματα με την υλοποίηση του σχεδίου στην Ισλανδία ξεκίνησαν όταν οι Ισλανδικές αερογραμμές μας απαγόρευσαν τα γυρίσματα κατά τη διάρκεια της πτήσης. Ο λόγος ήταν ότι θεωρούσαν προκλητικό το ταξίδι ενός 30χρονου άνδρα με μια 9χρονη που δεν ήταν η κόρη του.
Το ζήτημα, λοιπόν, στο οποίο αναφέρεστε δεν είχε περάσει καθόλου από το μυαλό μου, ούτε όταν έγραφα το σενάριο ούτε όταν κάναμε τα γυρίσματα στην Αμερική. Όταν όμως ήρθε η άρνηση από τους Ισλανδούς, άρχισα να το σκέφτομαι και συνειδητοποίησα με ποιο τρόπο θα μπορούσε κάποιος να παρεξηγήσει το εγχείρημά μου. Φυσικά, όταν κατάλαβα τις αντιδράσεις που μπορούσε να προκαλέσει το θέμα ήταν ήδη πολύ αργά, καθώς είχα γράψει το σενάριο και είχαμε γυρίσει τα κομμάτια της Αμερικής. Αποφάσισα λοιπόν να συνεχίσω όπως είχα αρχικά σκεφτεί, με τη μόνη διαφορά ότι αντί της Ισλανδίας μπήκε το Αμστερνταμ. Η μικρή πρωταγωνίστρια μιλούσε λίγα ολλανδικά και σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να σκαρώσουμε μερικά ωραία αστεία.
Ερ.: Επιλέξατε διαφορετικές μεθόδους κινηματογράφησης για την κάθε πόλη;
W.W.: Κοιτάξτε, με εξαίρεση τη Νέα Υόρκη, θα έλεγα πως όχι. Η διαφορά στη ΝΥ δικαιολογείται γιατί η ίδια η πόλη απαιτεί διαφορετική κινηματογράφηση. Όλα είναι τεράστια και νιώθεις συνεχώς την ανάγκη να στρέψεις την κάμερα προς τα πάνω. Εγώ γύριζα σε ασπρόμαυρο και χωρίς το χρώμα και τις πολλές γωνίες ήταν δύσκολο να βρούμε μέρη τα οποία θα αποτυπώνονταν διαφορετικά στο φιλμ. Στη συνέχεια, επιλέξαμε το Βούπερταλ, μόνο και μόνο για το υπέργειο τρένο του, που ήταν σα να κρέμεται στον αέρα και δεν υπήρχε σε καμία άλλη γερμανική πόλη. Με άξονα αυτό το τρένο ρυθμίστηκαν και τα γυρίσματα. Για να απαντήσω όμως ξεκάθαρα, νομίζω πως σε αυτή την ταινία οι πόλεις έχουν δευτερεύουσα σημασία. Δε χρειάζεται να αναζητήσουμε τα τεχνικά μέσα που θα ξεκλειδώσουν το φιλμ γιατί στην περίπτωσή μας, η γλώσσα είναι το ταξίδι. Φαίδρα Βόκαλη - 23.11.06
|