Είδαμε: Ροζ.

Είδαμε: Ροζ.Ο Βασίλης Γκάλης είναι 26 χρονών, ζει στην Αθήνα και φοβάται να μεγαλώσει. Με έναν αμίλητο πατέρα και μια απούσα μητέρα να γιγαντώνουν της ανασφάλειές του, στρέφεται στην 11χρονη Σνεζάννα για να σωθεί από τον εαυτό του. Η μικρή Ουκρανή μπαίνει στο κέντρο του κόσμου του Βασίλη κι ένας πλατωνικός έρωτας θα γίνει η σανίδα σωτηρίας του.

Η νέα ταινία του υιού Βούλγαρη ξεχειλίζει από μεράκι και αγάπη. Αγάπη για την όμορφα άσχημη Αθήνα, για τους πολλούς μετανάστες που της δίνουν χρώμα και ζωή, αγάπη για τις γειτονιές, τους φίλους και τα μικρά καθημερινά πράγματα. Γυρισμένο στο -δυσεύρετο πλέον- φορμά των 16 mm, το «Ροζ» είναι το ημερολόγιου ενός ενήλικα που θα ήθελε να είναι παιδί. Το σύμπαν του ήρωα είναι χειροποίητο, ακριβώς όπως και η ταινία: τα κεντημένα γράμματα, οι κούκλες που φτιάχνει η Σνεζάννα, η στολή του Έντουαρντ του Ψαλιδοχέρη, τα αλβανικά τραγούδια που τους συνοδεύουν. Η αφήγηση υπακούει κι αυτή στην ημερολογιακή δομή και κινείται μη γραμμικά μπερδεύοντας περιστατικά από το παρελθόν με ενσταντανέ του παρόντος. Τα γράμματα του ήρωα προς την μητέρα του λειτουργούν ως εξομολογητικά ιντερλούδια που μας παρασύρουν στον ροζ κόσμο του σκηνοθέτη.

Η πόλη παίζει κι αυτή τον ιδιαίτερο ρόλο της στην ιστορία. Επιτέλους, έχουμε μια εικόνα της Αθήνας στην οποία επιβιώνουν ακόμη οι γειτονιές, οι μετανάστες δεν είναι οι κακοί της υπόθεσης και το κυρίαρχο χρώμα -οποία έκπληξη!- δεν είναι το γκρι. Φυσικά, σε αυτή την απεικόνιση συμβάλλει και η εξαιρετική δουλειά που έγινε στα σκηνικά, με τις γραφικές μακέτες να προσθέτουν περισσότερο από οποιοδήποτε ρεαλιστικό πλάνο. Το σημαντικότερο επίτευγμα του Βούλγαρη, ωστόσο, είναι ότι, με μια σειρά ευρημάτων, κατόρθωσε να παγιδεύσει τη μαγική αχρονία της παιδικής ηλικίας και να μας την παραδώσει ανέπαφη.

Αυτό που δεν κατάφερε, δυστυχώς, είναι να αποφύγει την παγίδα του ναρκισσισμού. Με ένα σενάριο σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό και κρατώντας για τον εαυτό του το ρόλο του ήρωα, ο Βούλγαρης δίνει την αίσθηση ότι ακκίζεται: ο μικρός Βασίλης γράφει βιβλίο, ο μικρός Βασίλης έχει αισθαντικότητα και κλίσεις καλλιτεχνικές, ο μεγάλος Βασίλης διατρανώνεται πως είναι άσχημος για να πάρει την επιβεβαίωση που γυρεύει στο επόμενο καρέ. Αν έλειπε αυτή η (όχι μόνο σεναριακά) ματαιόδοξη φιλαρέσκεια, θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες που γυρίστηκαν τα τελευταία χρόνια.
 

Φαίδρα Βόκαλη - 27.11.06

Είδαμε: Taxidermia.

Είδαμε: Taxidermia.Μόλις στη δεύτερή του ταινία, ο Ούγγρος Gyorgy Palfi, καταφέρνει αυτό που πολλοί σκηνοθέτες ονειρεύονται και κυνηγούν σε όλη τους τη ζωή: να δημιουργήσουν μια πολυεπίπεδη ταινία με πολιτικο-οικονομικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις η οποία ταυτόχρονα να είναι ένα εικαστικό αριστούργημα. Το «Taxidermia» είναι αναμφίβολα ένα τέτοιο πόνημα και, παρά τη νοσηρότητά του και τις σκληρές κι ενίοτε ολότελα αποκρουστικές σκηνές, επιτυγχάνει ν' αποφύγει τους εύκολους εντυπωσιασμούς και να διατηρήσει τη συνέπειά του μέχρι το τέλος.

Η ταινία παρακολουθεί τρεις άνδρες σε τρεις συνεχόμενες γενιές - παππούς, πατέρας, γιος. Ο παππούς, ένας μοναχικός στρατιώτης, ζει μαζί με το λοχαγό του και την οικογένειά του σ' ένα απομακρυσμένο φυλάκιο, απροσδιορίστου χρόνου και τόπου (αν και οι στολές υπονοούν τη δεκαετία του 1920) και αναζητά απεγνωσμένα και... ζωωδώς τη σαρκική επαφή και την αγάπη. Στη δεκαετία του '50, ο πατέρας, παχύσαρκος πρωταθλητής ταχυφαγίας, ονειρεύεται την επιτυχία με την πρόκρισή του στους τελικούς του παγκοσμίου πρωταθλήματος στη Νορβηγία. Τέλος, ο γιος, ταριχευτής ζώων (γύρω στη δεκαετία του '80), περνά τις ημέρες του εξασκώντας την τέχνη του και φροντίζοντας τον καθηλωμένο από το υπερβολικό βάρος πατέρα του και τις τρεις γιγαντιαίες γάτες που ο τελευταίος εκτρέφει.

Οι τρεις αυτές ιστορίες (οι δυο πρώτες μεταφερμένες από διηγήματα του γνωστού Ούγγρου συγγραφέα Lajos Parti Nagy και η τρίτη γραμμένη από το σκηνοθέτη και τη γυναίκα του), μπορεί να μην προκαλούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον έτσι όπως ακούγονται, αλλά το αποτέλεσμα στην οθόνη κάθε άλλο παρά συνηθισμένο είναι. Η ματιά του Palfi, ποιητική και ασυμβίβαστη, εμπλουτίζει την κάθε σκηνή με λεπτομέρειες που γαργαλούν το μυαλό και ανακατεύουν το στομάχι. Ένα πέος φλογοβόλο, σπέρμα που εκτοξεύεται μέχρι τ' αστέρια, σεξ με τεμαχισμένα γουρούνια, τόνοι εμετού στα διαλείμματα των αγώνων ταχυφαγίας, σοκολάτες που καταναλώνονται με το περιτύλιγμα και μια ανεπανάληπτη σκηνή αυτοταρίχευσης είναι μόλις μερικά δείγματα της δημιουργικότητας του 32χρονου σκηνοθέτη. Σίγουρα, μια ταινία για θεατές με πολύ γερό στομάχι, αλλά και ελαστική αντίληψη, εφόσον αυτό το μακάβριο θέατρο δε στήθηκε μόνο για να σοκάρει. Μέσα από τις ζωές των τριών αυτών ανδρών, παρακολουθούμε μια φιλοσοφική κριτική τόσο στην πολιτική και την ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης όσο και στην ανθρώπινη ύπαρξη και τις πρωτόγονες ανάγκες που τη διαμορφώνουν και την καθοδηγούν. Αναμφισβήτητα, μια πολύ σοβαρή υποψηφιότητα για την καλύτερη ταινία του φεστιβάλ.
 

Σπύρος Θωμόπουλος - 26.11.06

Είδαμε: Amarelo Manga.

Είδαμε: Amarelo Manga.Ένας χασάπης που θαυμάζει τη γυναίκα του επειδή είναι αγνή και πιστεύει στο Θεό. Η γυναίκα του χασάπη, η οποία μπορεί να συγχωρήσει τον φόνο και το έγκλημα, ποτέ όμως την προδοσία. Η ερωμένη του χασάπη, που έχει κουραστεί να είναι η δεύτερη γυναίκα στη ζωή του. Ένας ομοφυλόφιλος που είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα προκειμένου να γευτεί το κρέας του χασάπη. Μια γυναίκα που έχει χάσει την πίστη στον έρωτα και ένας άντρας με μια νοσηρή προτίμηση στην όχι και τόσο ζωντανή σάρκα. Αυτοί είναι οι χαρακτήρες που ζουν σε κάποια επαρχιακή πόλη της Βραζιλίας.

Ο Claudio Assis στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο παρακολουθεί για ένα εικοσιτετράωρο τη ζωή των παραπάνω χαρακτήρων και τις σχέσεις που αναπτύσσονται από την αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Εκείνο που έχει περισσότερο ενδιαφέρον είναι ότι ο κάθε ήρωας έχει τα προσωπικά του κίνητρα, τα οποία δεν είναι απολύτως εμφανή από την πρώτη στιγμή. Στην αναζήτηση της ευτυχίας ή -όπως είναι μάλλον πιο πιθανό- της πρόσκαιρης σεξουαλικής ικανοποίησης, τίποτα δεν αποκλείεται: τα ψέματα, οι προδοσίες, η παραπλάνηση.

Το «Amarelo Manga» είναι διαποτισμένο με ένα σκοτεινό χιούμορ, λεπτό και διεισδυτικό, όπως και το σχόλιο του σκηνοθέτη πάνω στις επιφανειακές ανθρώπινες σχέσεις. Στο τέλος της ταινίας κανείς δεν είναι σοφότερος, κανείς δεν είναι καλύτερος άνθρωπος, κανείς δεν είναι ευτυχισμένος. Aνθρωποι της διπλανής πόρτας στρέφουν το βλέμμα τους απευθείας στον φακό της κάμερας. Μια ακόμη ημέρα ξεκινάει. Ίδια με όλες τις προηγούμενες...
 

Χριστόδουλος Πριμηκύρης - 25.11.06

Είδαμε: 2:37.

Είδαμε: 2:37.Ένα τυπικό λύκειο σε κάποια πόλη της Αυστραλίας. Έξι έφηβοι μαθητές, καθένας με το δικό του μυστικό, το δικό του μαρτύριο. Μια ημέρα γεμάτη εντάσεις, συγκρούσεις, αποκαλύψεις. Τίποτα έξω από τα συνηθισμένα, δηλαδή. Μόνο που η συγκεκριμένη ημέρα θα κορυφωθεί με ένα τραγικό συμβάν στις 2:37μμ. Μια αυτοκτονία θα κλονίσει την κοινωνία του σχολείου και ενδεχομένως ν' αλλάξει και τις ζωές μερικών μαθητών.

Το εντυπωσιακό ντεμπούτο του εικοσάχρονου Αυστραλού Murali K. Thalluri (βασισμένο σε προσωπικές εμπειρίες) ίσως να θυμίζει με το πρώτο άκουσμα το «Elephant» του Gus Van Sant, κάτι που - εν μέρει - δεν απέχει και τόσο από την πραγματικότητα. Όμως, όσο περνούν τα λεπτά, το «2:37» αρχίζει και κινείται εμφανώς σε μια αυτόνομη κατεύθυνση, διαγράφοντας τη δική του ιδιότυπη τροχιά. Καθώς οι ιστορίες των έξι μαθητών εξελίσσονται και σιγά σιγά τα μυστικά τους αποκαλύπτονται, γίνεται αντιληπτό ότι όλοι συνδέονται με κάποιο τρόπο μεταξύ τους, σχηματίζοντας έτσι έναν ιστό δυναμικών σχέσεων, και κατ' επέκταση, σκιαγραφώντας την κοινωνική διαστρωμάτωση της μαθητικής κοινωνίας. Η δράση συχνά διακόπτεται για να παρεμβληθούν εξομολογήσεις / συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών, βοηθώντας μας έτσι να κατανοήσουμε βαθύτερα τις 'αμαρτίες' που τους βαραίνουν.

Ο νεαρός σκηνοθέτης, ο οποίος υπογράφει επίσης το σενάριο και την παραγωγή της ταινίας, είναι φειδωλός στον τρόπο που αποκαλύπτει τους χαρακτήρες του και μεθοδικός στην παρακολούθηση της συνεχής πτώσης τους κατά τη διάρκεια της ημέρας. Έτσι, μας παρασύρει σε μια τύποις αστυνομική ίντριγκα (ένα 'whodunnit' που θα έλεγαν και οι Αγγλοι φίλοι μας) και, χωρίς να το καταλάβουμε, βρίσκουμε τους εαυτούς μας να προσπαθούν να μαντέψουν ποιος από τους έξι θα είναι ο τραγικός αυτόχειρας στο τέλος. Ωστόσο, το μεγαλύτερο επίτευγμα του Thalluri είναι οι φυσικές ερμηνείες που καταφέρνει ν' αποσπάσει από τους ερασιτέχνες έφηβους ηθοποιούς του, αποφεύγοντας τους ανούσιους μελοδραματισμούς. Σίγουρα ένα ελπιδοφόρο ξεκίνημα που αξίζει ν' αναζητήσετε στις κινηματογραφικές αίθουσες.
 

Σπύρος Θωμόπουλος - 24.11.06

Είδαμε: The Host.

Είδαμε: The Host.Είναι γκρι, γλοιώδες και τεράστιο: o Κορεάτης συγγενής του Godzilla, όταν πεινάσει ξεπηδάει από το ποτάμι όπου συνήθως συχνάζει στα βαθιά και αρπάζει όποιον περαστικό βρεθεί στο διάβα του. Η οικογένεια της Hyun-seo θρηνεί το θάνατο της μικρής, μέχρι που ένα τηλεφώνημα από τους υπονόμους θα αλλάξει τα πάντα. Ένας πατέρας και τρία αδέρφια, με τις διαφορές που χρόνια τους χωρίζουν, θα ενωθούν για να νικήσουν το τέρας και να αποδείξουν στον Αμερικάνικο στρατό ότι οι Κορεάτες ξέρουν να το κάνουν καλύτερα.

Βασισμένο εν μέρει σε αληθινά περιστατικά, το άδειασμα στον ποταμό Han μεγάλης ποσότητας δηλητηριωδών ουσιών από τις Αμερικανικές δυνάμεις στην Κορεά, το Gwoemul προσπαθεί να αποφύγει το χαρακτηρισμό μιας τυπικής ταινίας με τέρατα. Και δεν είναι τόσο η επιτυχημένη ισορρόπηση ανάμεσα σε στοιχεία τρόμου και κωμωδίας, ούτε οι κατά καιρούς πολιτικές αιχμές κατά του συστήματος, όσο η απόφαση του σκηνοθέτη να βάλει στο κέντρο της αφήγησής του μια κατά βάση δυσλειτουργική οικογένεια που κατορθώνει στο τέλος να ξεπεράσει τις διαφορές της, που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει. Ευχάριστο στην παρακολούθηση το Gwoemul προσφέρει περισσότερα από ό,τι αρχικά υπόσχεται επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά ότι η Ασία είναι η αληθινή δύναμη στις ταινίες τρόμου. Και το πιο πιθανό είναι ότι και το Gwoemul θα ακολουθήσει την τελευταία μόδα και το τέρας θα επιστρέψει να τρομοκρατήσει σε remake τους κατοίκους κάποιας Αμερικάνικης κωμόπολης σε ένα - δυο χρόνια.
 

Χριστόδουλος Πριμηκύρης - 24.11.06

Είδαμε: Fast Food Nation.

Είδαμε: Fast Food Nation.Ο Richard Linklater είναι από τους λίγους σκηνοθέτες της γενιάς του που έχει μια γραφή πολύ αναγνωρίσιμη. Ο κινηματογραφικός κώδικας που έχει χρησιμοποιήσει στις μέχρι τώρα ταινίες του, τόσο τις fiction όσο και τις animated, έχει πλέον καθιερωθεί ως η δική του ιδιαίτερη γλώσσα. Γι' αυτό το ανορθόδοξο κινηματογραφικό ιδίωμα αγαπήσαμε τον Linklater και ταυτιστήκαμε με τους χαμένους ήρωές του και τις δήθεν-φιλοσοφικές τους αναζητήσεις. Στο «Fast Food Nation» δεν υπάρχει ούτε ίχνος αυτής της γνώριμης 'γλώσσας', παρά μόνο κάτι που μοιάζει με (αποτυχημένη) προσπάθεια μίμησης του παλιού, καλού του εαυτού.

Ο Don Henderson, στέλεχος της αλυσίδας φαστ-φουντ 'Mickey's' αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα: Στα κατεψυγμένα μπιφτέκια του πιο πετυχημένου της χάμπουργκερ ανιχνεύονται σταθερά κόπρανα. Ο Don θα πρέπει να ανακαλύψει γιατί συμβαίνει αυτό, ωστόσο θα μπλεχτεί σε κάτι πιο μεγάλο και πιο τρομακτικό απ' ότι περίμενε. Βρίσκει τις ρίζες της αμερικάνικης διατροφής στα γεμάτα μετανάστες σφαγεία, τα εντατικά εκτροφεία και τις απάνθρωπες μονάδες επεξεργασίας στην επαρχιακή Αμερική. Οι Η.Π.Α. είναι πλέον ένα έθνος φαστ-φουντ, προγραμματισμένο μονάχα για να καταναλώνει.

Big news, θα πείτε εσείς, και φυσικά θα έχετε δίκιο. Με την ταινία αυτή ο Linklater φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα θέμα που έχει υπόψη του κάθε άνθρωπος που διαβάζει εφημερίδες και σέβεται τον εαυτό του: Αυτό της επικινδυνότητας του fast food και του δόλου με τον οποίο κατασκευάζεται και σερβίρεται στους καταναλωτές. Το θέμα είναι ότι η σκηνοθεσία είναι τόσο εξόφθαλμα διδακτική, που έχεις την αίσθηση ότι η ταινία γυρίστηκε για να μάθουν οι καημένοι και αδαείς Αμερικάνοι - και όχι μόνο- ότι τα χάμπουργκερ είναι ποτισμένα με το αίμα φτωχών, παράνομων μεταναστών. Σίγουρα, πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα για το οποίο οφείλουμε όλοι να είμαστε ενήμεροι κι ευτυχώς δεν περιμέναμε να μάθουμε από τον κύριο Linklater τι είναι ο αντιτρομοκρατικός νόμος ή τη σημασία της επανάστασης. Ο Ethan Hawke, φυσικά, δεν μπορούσε μόνος του να σώσει αυτό το πόνημα, που θυμίζει το «Fahrenheit 9/11» στη σύλληψη και την εκτέλεσή του. Προσωπικά, προτιμώ να ξεχάσω ότι ο Linklater έχει σκηνοθετήσει αυτή την ταινία και θα περιμένω την επόμενη...
 

Φαίδρα Βόκαλη - 22.11.06

Τιμητική Εκδήλωση Win Wenders.

Τιμητική Εκδήλωση Win Wenders.O Χρυσός Αλέξανδρος, το τιμητικό βραβείο του Φεστιβάλ για τη συνολική προσφορά ενός δημιουργού στην έβδομη Τέχνη, απονεμήθηκε φέτος στον Γερμανό σκηνοθέτη Wim Wenders. Η τελετή της βράβευσης πραγματοποιήθηκε σε ένα κατάμεστο Ολύμπιον, όπου θαυμαστές του σκηνοθέτη αλλά και δημόσια πρόσωπα της ζωής του τόπου συνέρευσαν για να δουν από κοντά το δημιουργό των «Paris-Texas», «Wings Of Desire» κι άλλων πολυαγαπημένων ταινιών. Ώριμος και γοητευτικός, ο εξηντάρης πλέον Wenders, καταχειροκροτήθηκε με την άφιξή του στην αίθουσα και διέσχισε γρήγορα το διάδρομο για να βρει τη θέση του στην πρώτη σειρά και να σημάνει την έναρξη της τελετής.

Η εκδήλωση άνοιξε με μια δυσάρεστη είδηση, καθώς λίγη ώρα πριν, είχε ανακοινωθεί ο θάνατος του μεγάλου Robert Altman, για τον οποίο και τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή. Η εορταστική ατμόσφαιρα ωστόσο επανήλθε πολύ γρήγορα, καθώς ο Πρόεδρος του Φεστιβάλ, Γιώργος Χωραφάς, πήρε το λόγο και μίλησε για τον άνθρωπο και δημιουργό Wim, που ασφυκτιά στους προσδιορισμούς. "Είναι ταλαντούχος; Και τι είναι το ταλέντο; Είναι ιδιοφυΐα; Προσδιορίστε μου την ιδιοφυΐα. Εγώ λέω ότι είναι ένας άνθρωπος που δε φοβάται να πηδήξει από την ταράτσα ενός κτιρίου και ρισκάρει". Η κα Μουζάκη ευχαρίστησε τον Wim Wenders και δήλωσε τη συγκίνησή της για τη βράβευση ενός σκηνοθέτη που "οι ταινίες του γαλούχησαν γενιές ανθρώπων".

Η έκπληξη της βραδιάς ωστόσο ήταν ότι η απονομή πραγματοποιήθηκε δια χειρός Θόδωρου Αγγελόπουλου, που δε χαρίστηκε σε κανέναν έξω από τον Wim: "Επιστρέφω στο Φεστιβάλ μετά από διετή απουσία κι αυτό είναι επώδυνο. Γνώρισα το φίλο μου τον Wim στις Κάννες, όπου εγώ είχα πάει με τους 'Κυνηγούς' κι αυτός με τον 'Αμερικάνο Φίλο'. Η φιλία μας κρατάει από τότε και γι' αυτό το λόγο και μόνο βρίσκομαι σήμερα εδώ. Για να τιμήσω το φίλο μου και τον μεγάλο σκηνοθέτη Wim Wenders". Ο Wenders με τη σειρά του ευχαρίστησε το φίλο Τεό, που -όπως είπε χαριτολογώντας- έκανε μια αιωνιότητα και μια μέρα να φτάσει στο Φεστιβάλ της πόλης. Στη συνέχεια, η κα Μουζάκη κάλεσε στη σκηνή τη φωτογράφο και σύζυγο του Wim, Donata Wenders για την οποία ο σκηνοθέτης δήλωσε: "Τελικά υπάρχουν άγγελοι πάνω από το Βερολίνο κι εγώ κατάφερα να παντρευτώ έναν!"
 

Φαίδρα Βόκαλη - 22.11.06

Masterclass: Κώστας Γαβράς.

Masterclass: Κώστας Γαβράς.Δευτέρα πρωί, στις ηλιόλουστες αποθήκες του Φεστιβάλ και η αίθουσα 'Tζον Kασσαβέτης' είναι ασφυκτικά γεμάτη. Όλες οι θέσεις είναι κατειλημμένες από ανθρώπους διαφόρων ηλικιών ενώ κάποιοι στριμώχνονται όρθιοι προς τα πίσω για να ακούσουν έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες δημιουργούς της διασποράς, τον Κώστα Γαβρά. Με αφετηρία την Ελλάδα και μόνιμο τόπο διαμονής -και εργασίας πλέον- το Παρίσι, κατόρθωσε αυτό που πολλοί ομοεθνείς και όμοτεχνοί του ονειρεύονται: μια διεθνή καριέρα. Με ταινίες όπως τον «Αγνοούμενο», το «Ζ» ή και το πιο πρόσφατο «Αμήν» στο ενεργητικό του ο Κώστας Γαβράς θεωρείται σήμερα ένας από τους κορυφαίους Ευρωπαίους σκηνοθέτες.

Η διευθύντρια του Φεστιβάλ, Δέσποινα Μουζάκη, άνοιξε το masterclass δυναμικά, ρωτώντας το σκηνοθέτη τους λόγους που κρύβονται πίσω από τη μεγάλη επιτυχία του γαλλικού σινεμά για να πάρει την απάντηση που γύρευε: "Μα είναι θέμα της κρατικής πολιτικής!". Ακολούθησαν κι άλλες ερωτήσεις παρόμοιου περιεχομένου, που άφησαν να φανεί ξεκάθαρα η -δικαιολογημένη- δυσαρέσκεια της κας Μουζάκη προς την πολιτική της εκάστοτε ελληνικής κυβέρνησης για το σινεμά. Ο Κώστας Γαβράς παρουσίασε ως υπόδειγμα κρατικής πολιτικής το γαλλικό και το κορεάτικο μοντέλο, για να τονίσει πως η επιτυχία των εθνικών σινεμά εξαρτάται και από την κυβερνητική μεταχείριση.

Η συνέχεια ανήκε στο κοινό, που βομβάρδισε τον Γαβρά με ερωτήσεις. Βασικός άξονας της συζήτησης ήταν ο συσχετισμός των ψηφιακών μέσων με το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ο σκηνοθέτης τόνισε πως η ψηφιακή τεχνολογία σίγουρα επιδρά διαφορετικά στα χρώματα ή στο βάθος πεδίου αλλά ουσιαστικά ορίζει μια νέα τάση και αισθητική. "Η αλλαγή είναι αναπόφευκτη και είναι καλή γιατί μας σώζει από τη στασιμότητα και το τέλμα". Αναφέρθηκε στον καταγγελτικό χαρακτήρα των ταινιών του, λέγοντας πως το ενδιαφέρον του περιστρέφεται γύρω από τα θύματα και την αντίσταση αλλά σε καμία περίπτωση ο ίδιος δεν είναι δικαστής και "το σινεμά δεν είναι δικαστήριο". Συζητήθηκε ακόμη η σημασία του προϋπολογισμού για μία ταινία, η χολιγουντιανή παραγωγή και η σημασία των τεχνικών μέσων ωστόσο η ουσία αυτής της πολύτιμης κουβέντας συνοψίζεται στα λόγια του ίδιου του Γαυρά: "Το πρόβλημα δεν είναι οι μηχανές που έχουμε αλλά τι βάζουμε μπροστά από αυτές εμείς, που τις χρησιμοποιούμε".
 

Φαίδρα Βόκαλη - 21.11.06

  To [pdf]

(27.11.06) Είδαμε: Everyday People

(27.11.06) Είδαμε: Ροζ.

(26.11.06) Είδαμε: Taxidermia.

(26.11.06) Είδαμε: Uzak.

(26.11.06) Είδαμε: Respiro.

(25.11.06) Είδαμε: Μικρού Μήκους Svankmajer.

(25.11.06) Είδαμε: Amarelo Manga.

(24.11.06) Είδαμε: 2:37.

(24.11.06) Είδαμε: The Host.

(24.11.06) Είδαμε: Tokyo-Ga

(24.11.06) Είδαμε: Diep.

(24.11.06) Είδαμε: Bugcrush.

(23.11.06) Συνάντηση Με Τον Wim Wenders.

(22.11.06) Είδαμε: Fast Food Nation.

(22.11.06) Τιμητική Εκδήλωση Win Wenders.

(21.11.06) Masterclass: Κώστας Γαβράς.

(21.11.06) Είδαμε: Drama-Mex.

(21.11.06) Είδαμε: Ιλουστρασιόν.

(21.11.06) Είδαμε: Day Night Day Night.

(20.11.06) Τιμητική Εκδήλωση για τον Walter Salles

(20.11.06) Τιμητική Εκδήλωση για τον Σταύρο Τσιώλη.

(19.11.06) O Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο Mon Colonel.

(19.11.06) Masterclass: Νίκος Καβουκίδης.

(18.11.06) Λαμπερή πρεμιέρα για το 47ο Φεστιβάλ.


   Paris Je T' Aime.
 
 ::   :: INFO  ::   ::   ::  &  ::   :: 

2000-2006 |
cinenews.gr . Cinenews.gr .