|
Συνέντευξη Τύπου: Kim Ki Duk. Μία ημέρα πριν παραλάβει την τιμητική Χρυσή Αθηνά από τα χέρια του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, ο σκηνοθέτης του αγαπητού στο ελληνικό κοινό «Spring, Summer, Autumn, Winter... and Spring» και του βραβευμένου στο Φεστιβάλ Βενετίας, «3-Iron», απάντησε με προθυμία στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων και φώτισε μερικές πτυχές της ιδιότυπης φιλμογραφίας του. Πράος, λαλίστατος και ορισμένες στιγμές χαμένος στην μετάφραση (ο διερμηνέας του αξίζει κάτι περισσότερο από συγχαρητήρια), ο Kim Ki Duk εκμυστηρεύτηκε πως το ελληνικό και το φινλανδικό κοινό είναι τα πιο πιστά στην Ευρώπη και ζήτησε από θεατές και κριτικούς να προσεγγίζουν το έργο του με τον δικό τους, προσωπικό τρόπο. Φρόντισε, βέβαια, να δώσει μερικές κατευθυντήριες γραμμές.
Μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον με κυρίαρχα τα βουδιστικά στοιχεία, εξοικειωμένος ωστόσο και με τον χριστιανισμό (στην Κορέα υπάρχουν περισσότεροι από δέκα εκατομμύρια προτεστάντες), ο Κορεάτης σκηνοθέτης έχει ασπαστεί εδώ και χρόνια το χριστιανικό δόγμα, επιμένει όμως πως οι θρησκευτικές του ανησυχίες είναι σήμερα λιγότερο έντονες από ποτέ. Στο «Spring, Summer, Autumn, Winter... and Spring», το πρωτότυπο αυτό κράμα ανατολίτικων, χριστιανικών και αγνωστικιστικών πεποιθήσεων γίνεται αισθητό: "Το φιλμ έχει μία δομή βουδιστική. Αναζητώ απαντήσεις σε ερωτήματα και ανησυχίες που πράγματι εκφράζουν την οπτική του βουδισμού. Ωστόσο, δεν μπορώ να χαρακτηρίσω κανένα από τα έργα μου θρησκευτικό. Αφορούν περισσότερο στην αρμονία της φύσης και του ανθρώπου, σε μία κοινωνία όπου αυτά τα δύο συνυπάρχουν".
Η ιδέα για κάθε νέα του ταινία ξεκινά συνήθως από κάποιο σύντομο διάλογο. Στη συνέχεια, το σενάριο δομείται και μεταβάλλεται, καθώς ο σκηνοθέτης ανακαλύπτει τους χαρακτήρες του και τούς επιτρέπει να καθορίσουν την ιστορία. Η σιωπή, σημείο αναφοράς της κινηματογραφικής του ταυτότητας, λειτουργεί σαν μία "βαθύτερη μορφή πραγματικότητας", για τους ήρωές του, ενώ η βία, άλλο ένα κυρίαρχο μοτίβο, δεν προτείνεται ως στάση ζωής ("δεν αγαπάω τη βία, είμαι ενάντιος, γιατί έχω υπάρξει θύμα της"), αλλά απεικονίζεται ως συμπυκνωμένη εκτόνωση του ανθρώπινου πάθους και την υπερβολικής έντασης, αναμφισβήτητο στοιχείο της σύγχρονης κοινωνίας. Στο επίκεντρο των δραμάτων του, η αγάπη και η βία συνυπάρχουν, για τον Ki Duk, με την ίδια κανονικότητα που συναντιούνται στην πραγματική ζωή. "Κάνω ερωτήσεις κι εγώ μέσα από τις ταινίες μου, δεν δίνω απαντήσεις. Αποφεύγω να γίνομαι σαφής".
Με περισσότερα από ένα ταλέντα, ο Ki Duk σχολίασε συγκρατημένα την ερώτηση για την παράλληλη, εξίσου καταξιωμένη δραστηριότητά του στο χώρο της ζωγραφικής: "Δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη. Ένα καλοσχεδιασμένο κινητό τηλέφωνο μπορεί να θεωρηθεί τέχνη". Δηλώνοντας αδιάφορος για την καλλιτεχνική του υστεροφημία, εξομολογήθηκε πως έχει αλλάξει πολλές φορές επάγγελμα στο παρελθόν -μισθοφόρος του πεζικού, υποψήφιος πάστορας- και επέλεξε να μην τροφοδοτήσει την συζήτηση γύρω από την εικαστική του παρουσία. Έδειξε ενδιαφέρον, όμως, στην ίδια την τέχνη του σινεμά, ως υπερεθνική γλώσσα που γεφυρώνει όλα τα πολιτισμικά χάσματα: "Έχω κι εγώ απορίες όταν παρακολουθώ ευρωπαϊκές ταινίες. Το γεγονός όμως ότι βρισκόμαστε εδώ αυτή τη στιγμή, σημαίνει πως το σινεμά καλύπτει τελικά όλα τα κενά".
Εμείς επιχειρήσαμε να διαπεράσουμε αυτό το κλίμα ακίνδυνου στοχασμού και καλλιτεχνικής μετριοφροσύνης. Θυμηθήκαμε τον εισαγωγικό του λόγο στην προβολή του «Seom», τα σχόλιά του για την βίαιη εικονογράφηση και την αποστασιοποίησή του από το μήνυμα του φιλμ. Για ποιο λόγο ένας σκηνοθέτης που επιλέγει να αιφνιδιάσει με γραφικότατες σκηνές βίας, προειδοποιεί το κοινό για αυτό ακριβώς το επικείμενο οπτικό σοκ; Και γιατί παίρνει απόσταση από την ίδια του την επιλογή; "Στην Βιέννη λιποθύμησαν δύο θεάτριες. Το ίδιο στην Ιαπωνία, την Κορέα, τις ΗΠΑ. Δεν δικαιολογούμαι για τις επιλογές μου. Πιστεύω πως ένας Kim Ki Duk είναι καλό να υπάρχει ανά χίλια άτομα στον πλανήτη". Η συνέντευξη τύπου ολοκληρώθηκε χωρίς εκπλήξεις. "Δεν έχω επιρροές από άλλους σκηνοθέτες. Ο καθένας έχει το στυλ του". Και, χαρακτηριστικότερα: "Η αγαπημένη ταινία μου είναι αυτή που δεν έχω ακόμα γυρίσει". Τελικά, μερικές φορές ίσως είναι ανώφελο να αναζητούμε τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από τις εικόνες. Γιατί, πολύ απλά, η επιφάνεια συχνά είναι πιο ενδιαφέρουσα και με περισσότερες εκπλήξεις από την ουσία. Παντελής Φραντζής - 24/09/2005
|