Απολογισμός για τις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας.

Απολογισμός για τις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας.Έκλεισε την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου το 11ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, με την απονομή των επιμέρους βραβείων. Αναλυτικά, η κριτική επιτροπή ξεχώρισε, και βράβευσε με την Χρυσή Αθηνά, το ανθρώπινο δράμα «Something Like Happiness», του Τσέχου Bohdan Slama. Στο Αττικόν βρέθηκαν ο παραγωγός του φιλμ, Θανάσης Καραθάνος, και η πρωταγωνίστρια, Anna Geislerova, οι οποίοι παρέλαβαν το αγαλματίδιο. Το Βραβείο της Πόλης των Αθηνών, από την άλλη, δόθηκε στον Ρώσο σκηνοθέτη, Ilya Khrzhanovsky, για την σκηνοθεσία του «4», το οποίο συνεχίζει να έχει μία πολύ καλή πορεία στα ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Το Βραβείο Σεναρίου Mont Blanc, το οποίο θεσπίστηκε φέτος, δόθηκε στον Φινλάνδό Aku Luhimies, σκηνοθέτη αλλά και σεναριογράφο του «Frozen Land», για το σενάριο της ταινίας του. Το βραβείο παρέλαβε ο Paavo Westerberg, ένας από τους τρεις σεναριογράφους του φιλμ. Τέλος, το κοινό ξεχώρισε μία ελληνική συμμετοχή, την «Αγρύπνια» του Νίκου Γραμματικού, ο οποίος και παρέλαβε συγκινημένος το Βραβείο Κοινού. Από πλευράς απονομών, αυτός είναι λοιπόν ο απολογισμός της φετινής διοργάνωσης. Βέβαια, οι εντυπώσεις μας δεν μπορούν να σταματήσουν εκεί.

Η διοργάνωση έχει έναν ειδικό λόγο να γιορτάζει την λήξη της φετινής διοργάνωσης, αφού η πολυσυζητημένη απόφαση αλλαγής του συστήματος έκδοσης εισιτηρίων, όχι μόνο δεν αποθάρρυνε τους τακτικούς επισκέπτες του Φεστιβάλ, αλλά κατάφερε να τους αυξήσει. 48.523 ήταν, σύμφωνα με το δελτίο τύπου, οι θεατές που τίμησαν φέτος την διοργάνωση, αριθμός-ρεκόρ και σίγουρη επιτυχία όσων οραματίστηκαν έναν περισσότερο «πολιτισμένο» τρόπο διεξαγωγής του Φεστιβάλ. Στα χαρτιά, λοιπόν, και στα δελτία τύπου, όλα μοιάζουν λαμπρά. Πόσο μπορούν να χαμογελούν, ωστόσο, και οι ίδιοι οι θεατές που βίωσαν τις παρενέργειες του νέου συστήματος; Για τις ατελείωτες ουρές και τον απελπιστικά περιορισμένο αριθμό ταμείων στα δύο συμπλέγματα αιθουσών, έχουν ήδη γραφτεί κάποια πράγματα και έχουν συζητηθεί πολύ περισσότερα. Η ανάγκη για έναν κεντρικό χώρο διάθεσης εισιτηρίων είναι επιτακτική, εφόσον το καθεστώς ηλεκτρονικών κρατήσεων των -πραγματικά- πολιτισμένων φεστιβάλ του εξωτερικού μοιάζει ακόμα... από άλλο πλανήτη.

Ουρές, βέβαια, υπήρχαν και πέρσι, συνεπώς λίγα άλλαξαν στις συνθήκες αναμονής. Το απογοητευτικό αποτέλεσμα του νέου καθεστώτος φάνηκε, όμως, μέσα στις αίθουσες. Σχεδόν σε όλες τις προβολές στις οποίες παρευρεθήκαμε -απογευματινές, μεταμεσονύκτιες, πρεμιέρες ή ρετροσπεκτίβες- υπήρχαν άδεια καθίσματα. Αλλού λιγότερα, αλλού περισσότερα. Η μόνη περίπτωση απόλυτης πληρότητας (άρα και επιτυχίας του συστήματος να γεμίσει αίθουσες) που εμείς τουλάχιστον ζήσαμε, ήταν το μεταμεσονύκτιο «Three Extremes» στο οποίο δεν έπεφτε καρφίτσα. Αυτή ήταν όμως μία σπάνια εξαίρεση. Όντως, φέτος δεν καθόταν κόσμος στο πάτωμα. Τα καθίσματα έχασκαν όμως άδεια, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα του «Yes», στο οποίο η Sally Potter υποδέχτηκε ένα όχι και τόσο πολυπληθές κοινό. Το ίδιο και στο «Le Temps qui reste» του Ozon. Ο λόγος δεν χρειάζεται καν να συζητηθεί. Μία η βροχή, μία η κίνηση, μία η αλλαγή προγράμματος, εμείς προσωπικά αφήσαμε κενό το κάθισμά μας σε τέσσερις από τις προβολές που είχαμε κλείσει. Κι όλα αυτά, τη στιγμή που πέρσι δεν σκεφτόμασταν καν να αφήσουμε κενή ώρα ανάμεσα στις προβολές. Βέβαια, αυτό έχει να κάνει και με τον φετινό προγραμματισμό.

Συμπαθές το πρόγραμμα, έντιμο και με μεγάλη ποικιλία. Φέτος όμως είχαμε την εντύπωση ότι επικεντρώθηκε στις μεγάλες πρεμιέρες. Πάντοτε αφήνουμε τις πρεμιέρες για τις κανονικές αίθουσες, φέτος όμως νιώσαμε πως ίσως έπρεπε να έχουμε στραφεί περισσότερο σε αυτές. Κατά τα άλλα, αναφέρουμε μερικά από τα λίγα δυνατά σημεία του φετινού Φεστιβάλ: «Το Τσεκούρι» του Κώστα Γαβρά (με αβαντάζ την παρουσία του σκηνοθέτη), «Η καρδιά του κτήνους» του Χαραλαμπίδη, οι νέες δουλειές της Potter και του Ozon, και μία απροσδόκητη έκπληξη, το αμερικανικό «Transamerica». Και μία κλασσική νότα Renoir, βέβαια. Η εντύπωσή μας, πάντως, παραμένει έντονη: το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας ενηλικιώθηκε. Επιχείρησε να συγκρατήσει την «νεανική»ορμή που μέχρι πέρσι πλημμύριζε πλατείες, να την χαλιναγωγήσει, και τα κατάφερε. Όμως, ότι «μεγαλώνει», αναπόφευκτα γερνάει κιόλας.
 

Παντελής Φραντζής - 30/09/2005


Συνέντευξη Τύπου: Kim Ki Duk.

Συνέντευξη Τύπου: Kim Ki Duk.Μία ημέρα πριν παραλάβει την τιμητική Χρυσή Αθηνά από τα χέρια του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, ο σκηνοθέτης του αγαπητού στο ελληνικό κοινό «Spring, Summer, Autumn, Winter... and Spring» και του βραβευμένου στο Φεστιβάλ Βενετίας, «3-Iron», απάντησε με προθυμία στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων και φώτισε μερικές πτυχές της ιδιότυπης φιλμογραφίας του. Πράος, λαλίστατος και ορισμένες στιγμές χαμένος στην μετάφραση (ο διερμηνέας του αξίζει κάτι περισσότερο από συγχαρητήρια), ο Kim Ki Duk εκμυστηρεύτηκε πως το ελληνικό και το φινλανδικό κοινό είναι τα πιο πιστά στην Ευρώπη και ζήτησε από θεατές και κριτικούς να προσεγγίζουν το έργο του με τον δικό τους, προσωπικό τρόπο. Φρόντισε, βέβαια, να δώσει μερικές κατευθυντήριες γραμμές.

Μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον με κυρίαρχα τα βουδιστικά στοιχεία, εξοικειωμένος ωστόσο και με τον χριστιανισμό (στην Κορέα υπάρχουν περισσότεροι από δέκα εκατομμύρια προτεστάντες), ο Κορεάτης σκηνοθέτης έχει ασπαστεί εδώ και χρόνια το χριστιανικό δόγμα, επιμένει όμως πως οι θρησκευτικές του ανησυχίες είναι σήμερα λιγότερο έντονες από ποτέ. Στο «Spring, Summer, Autumn, Winter... and Spring», το πρωτότυπο αυτό κράμα ανατολίτικων, χριστιανικών και αγνωστικιστικών πεποιθήσεων γίνεται αισθητό: "Το φιλμ έχει μία δομή βουδιστική. Αναζητώ απαντήσεις σε ερωτήματα και ανησυχίες που πράγματι εκφράζουν την οπτική του βουδισμού. Ωστόσο, δεν μπορώ να χαρακτηρίσω κανένα από τα έργα μου θρησκευτικό. Αφορούν περισσότερο στην αρμονία της φύσης και του ανθρώπου, σε μία κοινωνία όπου αυτά τα δύο συνυπάρχουν".

Η ιδέα για κάθε νέα του ταινία ξεκινά συνήθως από κάποιο σύντομο διάλογο. Στη συνέχεια, το σενάριο δομείται και μεταβάλλεται, καθώς ο σκηνοθέτης ανακαλύπτει τους χαρακτήρες του και τούς επιτρέπει να καθορίσουν την ιστορία. Η σιωπή, σημείο αναφοράς της κινηματογραφικής του ταυτότητας, λειτουργεί σαν μία "βαθύτερη μορφή πραγματικότητας", για τους ήρωές του, ενώ η βία, άλλο ένα κυρίαρχο μοτίβο, δεν προτείνεται ως στάση ζωής ("δεν αγαπάω τη βία, είμαι ενάντιος, γιατί έχω υπάρξει θύμα της"), αλλά απεικονίζεται ως συμπυκνωμένη εκτόνωση του ανθρώπινου πάθους και την υπερβολικής έντασης, αναμφισβήτητο στοιχείο της σύγχρονης κοινωνίας. Στο επίκεντρο των δραμάτων του, η αγάπη και η βία συνυπάρχουν, για τον Ki Duk, με την ίδια κανονικότητα που συναντιούνται στην πραγματική ζωή. "Κάνω ερωτήσεις κι εγώ μέσα από τις ταινίες μου, δεν δίνω απαντήσεις. Αποφεύγω να γίνομαι σαφής".

Με περισσότερα από ένα ταλέντα, ο Ki Duk σχολίασε συγκρατημένα την ερώτηση για την παράλληλη, εξίσου καταξιωμένη δραστηριότητά του στο χώρο της ζωγραφικής: "Δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη. Ένα καλοσχεδιασμένο κινητό τηλέφωνο μπορεί να θεωρηθεί τέχνη". Δηλώνοντας αδιάφορος για την καλλιτεχνική του υστεροφημία, εξομολογήθηκε πως έχει αλλάξει πολλές φορές επάγγελμα στο παρελθόν -μισθοφόρος του πεζικού, υποψήφιος πάστορας- και επέλεξε να μην τροφοδοτήσει την συζήτηση γύρω από την εικαστική του παρουσία. Έδειξε ενδιαφέρον, όμως, στην ίδια την τέχνη του σινεμά, ως υπερεθνική γλώσσα που γεφυρώνει όλα τα πολιτισμικά χάσματα: "Έχω κι εγώ απορίες όταν παρακολουθώ ευρωπαϊκές ταινίες. Το γεγονός όμως ότι βρισκόμαστε εδώ αυτή τη στιγμή, σημαίνει πως το σινεμά καλύπτει τελικά όλα τα κενά".

Εμείς επιχειρήσαμε να διαπεράσουμε αυτό το κλίμα ακίνδυνου στοχασμού και καλλιτεχνικής μετριοφροσύνης. Θυμηθήκαμε τον εισαγωγικό του λόγο στην προβολή του «Seom», τα σχόλιά του για την βίαιη εικονογράφηση και την αποστασιοποίησή του από το μήνυμα του φιλμ. Για ποιο λόγο ένας σκηνοθέτης που επιλέγει να αιφνιδιάσει με γραφικότατες σκηνές βίας, προειδοποιεί το κοινό για αυτό ακριβώς το επικείμενο οπτικό σοκ; Και γιατί παίρνει απόσταση από την ίδια του την επιλογή; "Στην Βιέννη λιποθύμησαν δύο θεάτριες. Το ίδιο στην Ιαπωνία, την Κορέα, τις ΗΠΑ. Δεν δικαιολογούμαι για τις επιλογές μου. Πιστεύω πως ένας Kim Ki Duk είναι καλό να υπάρχει ανά χίλια άτομα στον πλανήτη". Η συνέντευξη τύπου ολοκληρώθηκε χωρίς εκπλήξεις. "Δεν έχω επιρροές από άλλους σκηνοθέτες. Ο καθένας έχει το στυλ του". Και, χαρακτηριστικότερα: "Η αγαπημένη ταινία μου είναι αυτή που δεν έχω ακόμα γυρίσει". Τελικά, μερικές φορές ίσως είναι ανώφελο να αναζητούμε τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από τις εικόνες. Γιατί, πολύ απλά, η επιφάνεια συχνά είναι πιο ενδιαφέρουσα και με περισσότερες εκπλήξεις από την ουσία.
 

Παντελής Φραντζής - 24/09/2005


 

  


 

(30/09/2005) Απολογισμός για τις 11ες Νύχτες Πρεμιέρας.

(25/09/2005) Είδαμε: Yes.

(25/09/2005) Είδαμε: Η Καρδιά Του Κτήνους.

(24/09/2005) Συνέντευξη Τύπου: Kim Ki Duk.

(24/09/2005) Είδαμε: Haute Tension.

(24/09/2005) Είδαμε: 3-Iron.

(23/09/2005) Είδαμε: Last Days.

(22/09/2005) Είδαμε: Cinderella Man.

(21/09/2005) Είδαμε: Manuale D' Amore.

(21/09/2005) Είδαμε: Walk On Water.

(21/09/2005) Είδαμε: Down In The Valley.

(20/09/2005) Είδαμε: Λίστα Γάμου.

(18/09/2005) Είδαμε: George Michael A Different Story.

(20/09/2005) Είδαμε: Crash

(19/09/2005) Είδαμε: Dark Water.

(18/09/2005) Είδαμε: Nightwatch.

(18/09/2005) Είδαμε: Dying Gaul.

(17/09/2005) Είδαμε: Dalecarlians.

(17/09/2005) Είδαμε: Cronicas.

(16/09/2005) Είδαμε: Hole In My Heart.

(16/09/2005) Είδαμε: Odete.

(16/09/2005) Είδαμε: Crying Fist.

(15/09/2005) Είδαμε: Tony Takitani.

(15/09/2005) Είδαμε: City Paradise.

(08/09/2005) Προπώληση για την πρεμιέρα του Daniel Day-Lewis.

(01/09/2005) Ανοίγουν Με Γαβρά Οι Νύχτες Πρεμιέρας.

(05/08/2005) O Daniel Day-Lewis Στην Αθήνα.

(25/07/2005) Στην Τελική Ευθεία οι Νύχτες Πρεμιέρας.

 ::   ::   ::   ::  &  ::   ::  SITE  :: 

2000-2005 |
cinenews.gr . Cinenews.gr .