|
Είδαμε: Tony Takitani. O Τόνι Τακιτάνι έχει μεγαλώσει μόνος του. Η μητέρα του πέθανε λίγο μετά την γέννα και ο πατέρας του, διάσημος μουσικός της jazz, έλειπε πάντα σε περιοδείες. Σε ώριμη ηλικία, ο Τόνι γνωρίζει μία γυναίκα, μία πολύ νεότερή του βοηθό, και ερωτεύεται αμέσως τον τρόπο με τον οποίο τα ρούχα της αγκαλιάζουν διακριτικά την λεπτεπίλεπτη σιλουέτα της. Το ζευγάρι παντρεύεται. Όμως, η κοπέλα εκδηλώνει σταδιακά ένα ανεξέλεγκτο πάθος για ακριβά ρούχα. Φορέματα και παπούτσια πλημμυρίζουν κυριολεκτικά το διαμέρισμα τους. Η προσπάθεια του Τόνι να ελέγξει το πάθος της, οδηγεί σε τραγικά αποτελέσματα.
Το μεγαλύτερο αδύναμο σημείο του φιλμ αφορά στο σενάριο, ή καλύτερα, την διαχείριση του σεναρίου. Μολονότι ευρηματικό, υπολείπεται σωστής κλιμάκωσης και παγιδεύεται σε επαναλήψεις δίχως τελική κορύφωση. Από αυτή την άποψη, ίσως το πλαίσιο μίας μικρού ή μεσαίου μήκους ταινίας να εκμεταλλευόταν ουσιαστικότερα τα έξυπνα σεναριακά ευρήματα. Δεδομένου, όμως, ότι το σινεμά είναι τεχνική και όχι λογοτεχνία, το αφηγηματικό κομμάτι μπορεί να μείνει στην άκρη, δίνοντας προτεραιότητα στην τεχνική της κινηματογράφησης. Κι εκεί τα πράγματα φαίνονται πολύ πιο αισιόδοξα.
Με σταθερό μοτίβο τα δεξιόστροφα, οριζόντια pannings, τα χαμηλά επίπεδα λήψης και την αποφυγή ιδιαίτερα μακριών πλάνων ή close-ups (το φιλμ στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε plan-americain) το Tony Takitani μπορεί εύκολα και δικαιολογημένα να θεωρηθεί υπερβολικά στυλιζαρισμένο, ακόμα και φορμαλιστικό. Το προσεγμένο sound editing, όμως, αποκαλύπτει ένα δεύτερο επίπεδο. Τα ηχητικά σύνολα που ντύνουν κάθε σεκάνς εμμένουν σε παλλόμενους ρυθμούς ή σταθερούς χτύπους, δημιουργώντας μία εντύπωση ρολογιού. Η απεικόνιση αποκτά έτσι δομή βιβλίου (τα πλάνα εναλλάσσονται όπως ακριβώς τα κεφάλαια κατά το ξεφύλλισμα ενός βιβλίου) και ο χρόνος ξεδιπλώνεται με εμμονοληπτική προσοχή.
Οι διαρκείς μονόλογοι, από την άλλη, η εναλλαγή αφήγησης με voice-over και η ασφυκτική απεικόνιση του αστικού περιβάλλοντος παραπέμπουν κατευθείαν στην φιλμογραφία του Resnais, ενώ η προφανής φετιχιστική διάθεση εναλλάσσει αναφορές στο «Belle de Jour» του Bunuel, το «Απαλό Δέρμα» του Truffaut και βέβαια τα έργα του Hitchcock (ο σκηνοθέτης επιχειρεί άλλωστε μία ελεύθερη ανάγνωση του Vertigo). Παρόλα αυτά, η απρόσεκτη σεναριακή διαχείριση επισκιάζει όποιο αισθητικό επίτευγμα. Παντελής Φραντζής - 15/09/2005
& ; » Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2005 - ΑΠΟΛΛΩΝ - 20.30 » Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2005 - ΔΑΝΑΟΣ 2 - 18.00
|