ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Η πιο γλυκιά ταινία για το τέλος του Φεστιβάλ! (20/09)

 

Με μιας εβδομάδας καθυστέρηση σας φέρνω το ρεπορτάζ από το κλείσιμο του 7ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας. Την Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου το φαινόμενο Amelie χτύπησε και την Αθήνα. Amelie είναι το όνομα της ηρωίδας που υποδύεται η Audrey Tautou και δίνει το όνομά της και στον τίτλο της ταινίας. Η πρεμιέρα της στις Γαλλικές αίθουσες ήταν στις 20 Μαίου και ακόμη βρίσκεται στο Top 20 των εισπράξεων. Είναι η πρώτη ταινία σε εισιτήρια στη Γαλλία τον τελευταίο χρόνο. Όπως πάντοτε οι στατιστικές μπορούν να ξεγελάσουν. Η απίστευτη προσέλευση του κόσμου στη προβολή της ταινίας στον κινηματογράφο ΑΤΤΙΚΟΝ επιβεβαίωσε τη φήμη της. Αρκετά λεπτά πριν την έναρξη της προβολής οι θέσεις είχαν καταληφθεί και τα εκδοτήρια σταμάτησαν να "κόβουν" εισιτήρια. Επειδή εγώ ήμουν από τους τελευταίους που κατάφεραν να μπουν, ήμουν ευχαριστημένους με την θέση που βρήκα στην πρώτη σειρά. Όσο για την ταινία, άξιζε και με το παραπάνω. Η Amelie είναι σερβιτόρα στο bistrot "Δύο Ανεμόμυλοι" στη γραφική περιοχή της Μονμάρτης. Στην πολυκατοικία της δεν γνωρίζει κανένα αλλά αυτό σύντομα θα αλλάξει. Βρίσκει στο διαμέρισμά της ένα κρυμμένο κουτί με διάφορα αντικείμενα. Αντικείμενα που όπως φαίνεται είχε κρύψει κάποιο παιδί πριν από πολλά χρόνια. Αποφασίζει λοιπόν να βρεί αυτόν τον άνθρωπο και να του επιστρέψει τις αναμνήσεις του. Μετά από αυτό η ζωή της θα αλλάξει για πάντα... Είναι από εκείνες τις φορές που δεν μπορεί κανείς να περιγράψει την υπόθεση μιας ταινίας. Αυτό που σε κερδίζει στην Amelie είναι η οπτική και η αισθητική της, που βοηθούν στην ανάδειξη των κωμικών καταστάσεων. Η Audrey Tautou είναι μοναδική στο ρόλο της, ένα ρόλο που την έβαλε στις καρδιές των Γάλλων. ΈΝα άλλο δυνατό σημείο της ταινίας είναι οι χώροι. Καταφέρνει να εκμεταλλευτεί το Παρίσι σαν φόντο χωρίς να καταλήγει σε κλισέ χώρους. Με μια λέξη, όπως πολύ εύστοχα μου μετέφερε μια φίλη, η Amelie είναι μια γλυκιά ταινία που ευχαρίστως βλέπεται παραπάνω από μια φορά. Θα κλείσω με δυο κουβέντες για το 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας. Η επιλογή των ταινιών ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και ομολογώ ότι δεν πρόλαβα να δω ταινίες που θα ήθελα. Ελπίζω αυτή η ποιότητα να επαναληφθεί και στο μέλλον. Και ίσως λίγη περισσότερη οργάνωση του κόσμου πριν τις προβολές θα βελτίωνε πολύ την εικόνα. Στο σημείο αυτό να ευχαριστήσω όλους όσους βοήθησαν για αυτό το αφιέρωμα είτε από το περιοδικό Σινεμά είτε από το Cinenews.gr και να δώσω ραντεβού για του χρόνου το Σεπτέμβριο στο 8ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.

Οι Ξανθιές Τα Καταφέρνουν Πάντα (18/09)

 

Οι νεανικές κωμωδίες είναι δύσκολο κινηματογραφικό είδος, και αυτό δεν είναι αστείο. Συχνά είναι πολύ ψεύτικες ή πολύ sexy ή πολύ υπερβολικές ή πολύ κλισέ. Ειδικά όταν στην υπόθεση μπλέκεται η φοίτηση σε κάποιο κολέγιο ή πανεπιστήμιο, οι ομοιότητες μεταξύ τους είναι ενοχλητικές. Γι αυτό και επιλέγοντας την ταινία Legally Blonde, για τη βραδιά της Τρίτης είχα την ανησυχία ότι δεν θα είναι κάτι το σπουδαίο. Η ταινία περιστρέφεται γύρω από την Elle Woods, μια πανέμορφη ξανθιά που στο σχολείο της αριστεύει στα μαθήματα μόδας. Είναι πρόεδρος της αδελφότητας ΔΝ που απαρτίζεται από πολλές κοπέλες με όχι και τόσο υψηλό IQ. H Elle είναι το είδωλό τους, ειδικά από τη στιγμή που έχει "τυλίξει" τον Warner Huntington. Όλες πιστεύουν πως εκείνος θα της κάνει πρόταση γάμου σε ένα πολύ ξεχωριστό ραντεβού. Εκείνος όμως θα της ζητήσει να χωρίσουν, γιατί τώρα πια που θα είναι φοιτητής στο Harvard θα χρειάζεται κάποια σοβαρή κοπέλα δίπλα του. Η Elle το παίρνει κατάκαρδα, ώσπου της έρχεται η ιδέα να πάει και αυτή στη νομική του Harvard για να αποδείξει ότι δεν είναι απλά μια χαζή ξανθιά. Δεν πρόκειται για την εκδίκηση των ξανθιών. Πρόκειται για μια έξυπνη κωμωδία με την Reese Witherspoon στον κεντρικό ρόλο. Η επιβίωσή της ηρωίδας έξω από το φυσικό περιβάλλον μιας ξανθιάς μπορεί να τροφοδοτήσει πρωτότυπες κωμικές καταστάσεις. Ειδικά όταν αρχίζει να τα καταφέρνει καλύτερα από τους "κανονικούς" φοιτητές. Το Legally Blonde δεν είναι η ταινία που θα λατρέψουν οι κριτικοί. Είναι όμως μια καλή επιλογή για μιάμιση ευχάριστη ώρα με αρκετό γέλιο.

William H. Macy x2 - State And Main & Jurassic Park III (17/09)

 

Μετά την καλλιτεχνική επιλογή της Κυριακής (Intimacy) φρόντισα τη Δευτέρα να αφοσιωθώ σε δυο Αμερικάνικες δημιουργίες. State And Main αλλά και Jurassic Park ΙΙΙ. Και οι δύο προβολές στο Αττικόν με πολύ κόσμο. Το State And Main αποτελεί μία καυστική σάτιρα, στη βιομηχανία του Hollywood. Ένα κινηματογραφικό συνεργείο καταφτάνει σε μια τυπική Αμερικάνικη κωμόπολη για τα γυρίσματα της ταινίας "Ο Παλιός Νερόμυλος". Ο σκηνοθέτης, ο παραγωγός, οι πρωταγωνιστές, ο σεναριογράφος και όλη εκείνη η ομάδα για το γύρισμα. Υπάρχει μόνο ένα τυπικό πρόβλημα. Ο παλιός νερόμυλος έχει καεί πριν από 40 χρόνια. Το σενάριο θα πρέπει να ξαναγραφτεί, τα χρήματα τελειώνουν, ο πρωταγωνιστής βάζει στο μάτι τις πιτσιρίκες του χωριού και η πρωταγωνίστρια αρνείται να γδυθεί μπροστά στην κάμερα. Και σαν να μην έφτανε αυτό πρέπει να εξασφαλίσουν άδεια για γύρισμα στην κεντρική λεωφόρο. To State And Main είναι μια ταινία με υψηλές προδιαγραφές. Σε σενάριο και σκηνοθεσία David Mamet με πρωταγωνιστές τους Alec Baldwin, Sarah Jessica Parker, William H. Macy, Philip Seymour Hoffman και Julia Stiles. Χωρίς περιστροφές σχολιάζει τα κακώς κείμενα του Hollywood. Τα καπρίτσια των star, την άστατη ερωτική τους ζωή, τη συμπεριφορά των παραγωγών και το άρπα κόλα γράψιμο των συγγραφέων. Η ταινία αποδείχθηκε καλύτερη απ' ότι την περίμενα, με πολλές στιγμές γέλιου που δεν προκύπτουν μόνο από τα αιχμηρά αστεία αλλά και από τις απίστευτες καταστάσεις που διαδραματίζονται. Για μια ακόμη φορά σπουδαίος καρατερίστας αποδείχθηκε ο William H. Macy, με το νέο του look φορώντας στρογγυλά μαύρα γυαλιά και έχοντας αφήσει μουστάκι. Με την ίδια ακριβώς εμφάνιση, σαν να πέρασε από τη μία ταινία στην άλλη, εμφανίστηκε και στο Jurassic Park III. Στην τρίτη συνέχεια της σειράς, ο καθηγητής παλαιοντολογίας Alan Grant αναγκάζεται να επισκεφθεί πάλι το δεύτερο πάρκο δεινοσαύρων. Αυτή τη φορά θα πρέπει να βοηθήσει στην ανεύρεση ενός χαμένου παιδιού. Στην επιχείρηση θα είναι μαζί με τους γονείς του (William H. Macy & Tea Leoni) και τον συνεργάτη του Βilly. Στο χρόνο που μεσολάβησε από την προηγούμενη επίσκεψή του έχει κάνει πρόοδο στην μελέτη των κομψόγναθων και έχει αναπτύξει τη θεωρία ότι το είδος αυτό είχε κάποιο ιδιαίτερο τρόπο επικοινωνίας. Όταν το αεροπλάνο που τους μεταφέρει στο νησί συντρίβεται, αυτοί βρίσκονται απομονωμένοι δίπλα σε μερικούς αρκετά επιθετικούς "γείτονες". Το Jurassic Park III, είναι μια λιτή ταινία. Και με τη λέξη "λιτή" δεν εννοώ κάτι αρνητικό. Δεν ξεφεύγει σε υπερβολές, δεν το παρακάνει με την ανάπτυξη των ηρώων και γενικότερα δεν κουράζει. Ξεφεύγει μάλιστα από το γνωστό μοτίβο "ήρωας κάνει γκάφα - ήρωας διορθώνει γκάφα", υιοθετώντας τη λογική του "απο μηχανής θεού". Η δομή της είναι πολύ πιο στρωτή και όπως πάντα τα εφέ της είναι απολύτως ρεαλιστικά και τρομακτικά. Όπως και στις δύο πρώτες ταινίες το χιούμορ είναι παρών και μάλιστα με μερικές πολύ έξυπνες ιδέες. Το Jurassic Park III είναι μια ειλικρινής παραγωγή που δεν υπερβάλλει τις δυνάμεις της και τελικά έτσι κερδίζει το θεατή. Και όπως άλλωστε είναι αυτονόητο, η τελευταία σκηνή αφήνει απόλυτα ανοιχτό το ενδεχόμενο για μια τέταρτη συνέχεια.

Χρυσή Άρκτος; Σε Αυτή Την Ταινία; (16/09)

 

Μετά το Moulin Rouge του Σαββάτου, το γαλλικό στοιχείο υπήρχε και στις επιλογές της Κυριακής. Pacte Des Loupes ή Intimacy (του Patrice Cheraut); Υπό το βάρος και της χρυσής άρκτου στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, επέλεξα το Intimacy. Είκοσι λεπτά πριν την έναρξη της προβολής η ουρά στο ταμείο του Δαναού όλο και μεγάλωνε ενώ δεν ήταν λίγος ο κόσμος μέσα στο foyer. Με το που άνοιξαν οι πόρτες ο κόσμος κατέκλυσε την αίθουσα και δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του το διαχρονικό φαινόμενο της "πιασμένης θέσης". Τελικά και με λίγα μόνο λεπτά καθυστέρηση ξεκίνησε η προβολή. Στο σημείο αυτό και πριν μιλήσω για την υπόθεση, θα ήθελα να προειδοποιήσω, ότι ίσως αποκαλύψω στοιχεία που δεν θέλετε να μάθετε πριν δείτε την ταινία. Η ταινία, λοιπόν, δεν αργεί να επιβεβαιώσει τη φήμη που την καταδιώκει, σχετικά με την προκλητικότητα μερικών σκηνών της. Από τα πρώτα μόλις λεπτά, η ταινία σοκάρει με σκηνές που δεν αφήνουν αμφιβολία για το αν είναι προσποιητές ή αληθινές. Η αμηχανία στο θεατή προκύπτει στο θεατή επειδή δεν γνωρίζει τίποτε ακόμη για τους δύο αυτούς ανθρώπους. Τέτοιες σκηνές αυτές επαναλαμβάνονται (με παραλλαγές), αλλά με συχνότητα που φθίνει δίνοντας τη σκυτάλη στην πραγματική ιστορία της ταινίας. Το σπουδαιότερο στοιχείο του Intimacy, είναι η αγωνία για τη συνέχεια και η περιέργεια που καλλιεργεί στο θεατή. Δυο άνθρωποι συναντώνται κάθε Τετάρτη μόνο για σέξ. Όσο ο χρόνος περνά, ο ένας θεωρεί την ύπαρξη του άλλου δεδομένη και κάποια στιγμή έρχεται η περιέργεια για την πραγματική ταυτότητα του. Υπήρξαν στιγμές που ο σκηνοθέτης κατάφερε να κεντρίσει το ενδιαφέρον μου, αλλά δεν παύουν ορισμένες σκηνές να είναι υπερβολικά προκλητικές - Πείτε με συντηρητικό αλλά μια λεπτομερής σκηνή στοματικού έρωτα, στον κινηματογράφο με ενοχλεί. Άλλωστε αρκετά ενδιαφέρουσα βρήκα μια δήλωση του σκηνοθέτη, ότι εκείνος δεν θα έκανε ποτέ, αυτά που εκείνος απαίτησε από τους ηθοποιούς του. Μήπως αυτό σημαίνει κάτι; Η τελική γεύση από το Intimacy θα έλεγα ότι είναι απογοήτευση, μετά και την όλη προβολή που δέχτηκε η ταινία. Θα μου επιτρέψετε να πιστεύω ότι η περσινή "Πορνογραφική Σχέση" με παρόμοιο θέμα ήταν αρκετά καλύτερη.

Ένα Διαφορετικό Μιούζικαλ (15/09)

 

Ένα από τα δύο κεντρικά γεγονότα του φεστιβάλ το Σάββατο 15 Σεπτέμβρη ήταν η πρεμιέρα της νέας ταινίας του Tom Tykwer "Η Πριγκίπισσα και ο Πολεμιστής" παρουσία του ιδίου του σκηνοθέτη. Μετά την προβολή της ακολούθησε συζήτηση του κοινού με το σκηνοθέτη. Προσωπικά δεν κατάφερα να είμαι παρόν στη συζήτηση αυτή. Έζησα όμως τις συνέπειές της περιμένοντας μαζί με πολύ κόσμο στην είσοδο του Αττικόν περιμένοντας την προβολή του Moulin Rouge. Βρέθηκα στον κινηματογράφο μία ώρα νωρίτερα και ήδη οι πρώτοι κινηματογραφόφιλοι είχαν αρχίσει να μαζεύονται. Κάποια στιγμή 40 λεπτά πριν την προγραμματισμένη ώρα έναρξης άρχισε να σχηματίζεται η ουρά στο διάδρομο που οδηγεί στο foyer. Οι συνθήκες δεν ήταν ιδανικές, χωρίς κλιματισμό και μπόλικο συνωστισμό. Όπως είναι προφανές η έναρξη της ταινίας καθυστέρησε περίπου 20 λεπτά για να προλάβουν όλοι οι θεατές - που στο μεταξύ είχαν αρχίσει να σχηματίζουν ουρά στην Σταδίου - να μπουν στην αίθουσα, η οποία σχεδόν γέμισε. Την ταλαιπωρία αυτή απάλυνε η ταινία, η οποία αποδείχθηκε ανώτερη των προσδοκιών μου. Η ιστορία φέρνει τον νεαρό Christian στο Παρίσι αναζητώντας τη μποέμικη ζωή. Η τύχη θα τον φέρει μπροστά στον γνωστό ζωγράφο Toulouse Lautrec και την παρέα του, οι οποίοι ετοιμάζουν μια πρωτοποριακή παράσταση για το Moulin Rouge και αναζητούν συγγραφέα. Για όσους δεν γνωρίζουν, το Moulin Rouge είναι το διασημότερο cabaret του Παρισιού, φημισμένο για τις πανέμορφες χορεύτριές του. Η ομορφότερη από αυτές, σύμφωνα με την ταινία, είναι η Σατίν. Από μια παρεξήγηση, η Σατίν θα νομίσει τον Christian για τον πλούσιο Δούκα που της έχει υποσχεθεί χρηματοδότηση και θα πρέπει να καλοπιάσει. Αυτά που θα ακολουθήσουν ακροβατούν στα όρια της κωμωδίας και του δράματος. Και αν ακούσατε ότι η ταινία είναι μιούζικαλ, καλά ακούσατε. Οι πρωταγωνιστές τραγουδούν στα πλαίσια αυτών που τους συμβαίνουν. Μην τρομάζετε όμως, τα τραγούδια είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Είναι βασισμένα σε γνωστές επιτυχίες, παραλλαγμένες λίγο ίσως για να ταιριάζουν στην υπόθεση της ταινίας. Και όταν ξεπεράσετε το αρχικό σοκ του ετεροχρονισμού, θα ανακαλύψετε ότι τα τραγούδια είναι από τα πιο ευχάριστα κομμάτια της ταινίας. Αυτό και οι σκηνές που οι δύο εραστές ξεγελούν το Δούκα, που έχει βάλει στο μάτι τη Σατίν, με απίθανες δικαιολογίες. Στον κωμικό άξονα της ταινίας, βοηθά και η παρουσία του John Leguizamo στο ρόλο του Toulouse Lautrec. "Όλα τα λεφτά" είναι όμως η σκηνοθεσία του Baz Luhrmann. Κοφτή, μοντέρνα και με χρήση πρωτότυπων οπτικών τεχνικών επιβεβαιώνει την πρωτοποριακή ματιά του σκηνοθέτη. Δεν είναι λίγες οι στιγμές που η οπτική θυμίζει χαρακτηριστικές καρτ ποστάλ της εποχής. Το Moulin Rouge μας ξάφνιασε ευχάριστα και δείχνει ότι δημιουργείται μια πιο μοντέρνα αισθητική στα μιούζικαλ, διαφορετική από εκείνη των ταινιών των 60s.

Οι Δύο Όψεις Του Hollywood (14/09)

 

Για τη δεύτερη μέρα του Φεστιβάλ επιλέξαμε δυο προβολές. Το χολιγουντιανό The Fast And The Furious (Οι Μαχητές Των Δρόμων) και το ανεξάρτητο Before Night Falls (Πριν Πέσει Η Νύχτα). Οι αντιθέσεις μεταξύ των δύο ταινιών άφθονες. Το μεγάλο Αττικόν, έμοιαζε άδειο με τους φίλους της περιπέτειας που μαζεύτηκαν για το The Fast And The Furious. Αντιθέτως μερικές ώρες αργότερα, στο Δαναό πολλοί κινηματογραφόφιλοι επέλεξαν το Before Night Falls γεμίζοντας σχεδόν την αίθουσα. Το The Fast And The Furious είναι αυτό που περιγράφει ο τίτλος του. Γρήγορα αυτοκίνητα και ριψοκίνδυνοι νέοι. Άνθρωποι που στήνουν αυτοσχέδιες κόντρες, ρίχνουν απίστευτα ποσά για το στήσιμο των αυτοκινήτων τους και έχουν και κάποιες σχέσεις με την παρανομία. Πρωταγωνιστές της ταινίας δεν είναι οι ηθοποιοί αλλά τα αυτοκίνητα. Γρήγορα, κομψά και θορυβώδη. Συγκρίνοντάς το με πρόσφατες ταινίες με το ίδιο θέμα το βρήκα σαφώς καλύτερο από το Driven και ίσως καλύτερο από το Gone In 60 Seconds. Για τον απλό λόγο ότι η υπόθεση αλλά και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές δεν κλέβουν την παράσταση. Αφήνουν τα τετράτροχα να ανεβάσουν την αδρεναλίνη. Το κοινό στο οποίο αναφέρεται η ταινία είναι συγκεκριμένο και δεν μου προκαλεί έκπληξη η πολύ καλή της πορεία στο Αμερικάνικο Box Office. Στον αντίποδα το Before Night Falls είναι ποιητικό, ευαίσθητο αλλά και σκληρό. Διηγείται τη ζωή του Κουβανού συγγραφέα Raynaldo Arenas από τη γέννησή του μέχρι και το τραγικό του τέλος. Ο Raynaldo Arenas ήταν ομοφυλόφιλος και αντεπαναστάτης, δυο χαρακτηριστικά ιδιαίτερα ανεπιθύμητα στην Κούβα των 60s. Η γλώσσα του φιλμ δεν είναι πάντα η Αγγλική. Σε πολλά σημεία χρησιμοποιείται και η ισπανική αφήνοντας να φανεί η δύναμη των στίχων του ποιητή. Η παρουσία στον πρώτο ρόλο του ηθοποιού Javier Bardem είναι καθοριστική. Είναι πειστικός στο ρόλο του, βγάζοντας ευαισθησία αλλά και εκρηκτικότητα. Η προφορά του και η χρήση της φωνής του, μας βάζει για τα καλά στην ομορφιά των Ισπανικών και στην μουσικότητα που κρύβουν μέσα τους. Πολύ καλή είναι και η αναπαράσταση της Κούβας των 60s. Σε αυτό βοηθά και η χρήση αυθεντικών σκηνών από επίκαιρα και δελτία ειδήσεων της εποχής. Τι συναίσθημα που βγαίνει από την ταινία είναι αδύνατον να μην αγγίξει τον θεατή ενώ δεν λείπουν και οι μικρές χιουμοριστικές ανάπαυλες. Χωρίς φανφάρες και με τη δύναμη της ερμηνείας και του λόγου το Before Night Falls αποδείχθηκε μια από τις καλύτερες στιγμές του φεστιβάλ.

Έναρξη - Μπραζιλέρο (12/09)

 

Το 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας ξεκίνησε την Τετάρτη 12 Σεπτέμβρη με μια σεμνή αλλά ταυτόχρονα προσεγμένη τελετή στο θέατρο του κολεγίου Αθηνών. Παρά το ιδιαίτερα εκρηκτικό διεθνές τοπίο, οι φίλοι του κινηματογράφου δεν πτοήθηκαν και τίμησαν με την παρουσία τους την έναρξη του φεστιβάλ. Την αυλαία άνοιξε σε πρώτη επίσημη προβολή η νέα ταινία του Σωτήρη Γκορίτσα, Μπραζιλέρο. Μετά την μεγάλη επιτυχία του Βαλκανιζατέρ επιστρέφει σχολιάζοντας και πάλι την ελληνική πραγματικότητα της αρπαχτής και όχι μόνο. Η έναρξη της ταινίας είναι αρκετά ενδιαφέρουσα αφού μας δείχνει δύο φίλους να βλέπουν μαζί έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Ο Στέλιος Μαίνας και ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, πετυχημένο ζευγάρι από το Βαλκανιζατέρ, κερδίζουν την προσοχή μας από το πρώτο λεπτό. Ο σκελετός της υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από την επίσκεψη δύο ελεγκτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναζητώντας τι απέγιναν τα χρήματα που πήρα ο κύριος Αρβανιτάκης από την ΕΟΚ δέκα χρόνια πριν. Τότε είχε προφασιστεί την κατασκευή Πολιτιστικού Κέντρου. Στην ιστορία μπλέκονται η τοπική ομάδα ποδοσφαίρου, ο ακραίος σοσιαλιστής βουλευτής της περιοχής, ένας διεφθαρμένος μπάτσος και το τηλεοπτικό κανάλι Super B. Το χιούμορ της ταινίας δεν σας σερβίρεται στο πιάτο. Πολλές φορές τα χαμόγελα είναι πικρά, αφού παραπέμπουν σε προσωπικά μας βιώματα. Ο Γκορίτσας δεν διστάζει να προσθέσει και ένα πιο σοβαρό άξονα επάνω στα οικογενειακά προβλήματα του ήρωά του. Το Μπραζιλέρο είναι μια ταινία που δεν μιλάει αποκλειστικά Ελληνικά. Ιταλικά και Αγγλικά μπλέκονται μεταξύ τους και μπερδεύουν τις συνεννοήσεις μεταξύ των πρωταγωνιστών. Δεν μπορώ να καταλήξω αν το Μπραζιλέρο ήταν καλύτερο από το Βαλκανιζατέρ. Μόνο αρνητικό σημείο το τέλος που είναι αρκετά ανοιχτό και ίσως απαισιόδοξο. Το βέβαιο είναι ότι και η ταινία αυτή δεν απογοητεύει και είναι ένα ακόμη δείγμα της ανάκαμψης του Ελληνικού κινηματογράφου.