Η ηθοποιός και πρώην μοντέλο Kim Basinger γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1953 στη Αθήνα (Athens) της πολιτείας Georgia των ΗΠΑ. Από τα εικοστά κιόλας γενέθλια της η Basinger κέρδιζε ως μοντέλο 1.000$ την ημέρα κάνοντας κάθε είδους διαφήμιση, από εξώφυλλα περιοδικών ως και διαφημιστικά σποτ για σαμπουάν και πάνες. Είκοσι χρόνια αργότερα, σαραντάρα τότε, είχε φτάσει να βγάζει για κάθε ταινία μισθό επτά ψηφίων (σε δολάρια).
Με γονείς από το κόσμο τις ψυχαγωγίας ο πατέρας της ήταν μουσικός και έπαιζε σε συγκρότημα Jazz μουσικής ενώ η μητέρα της ήταν κολυμβήτρια, χορεύτρια και μοντέλο η Basinger ξεκίνησε την καριέρα της στην ηθοποιία με τις εμφανίσεις στις τηλεοπτικές σειρές The Six Million Dollar Man (1974) και Charlie's Angels (1976). Έκανε το κινηματογραφικό ντεμπούτο της το 1981 με το «Hard Country» ενώ έσπασε καρδιές με ένα ρόλο δίπλα στον Sean Connery (ως James Bond) στο «Never Say Never Again» το 1983. Ακολουθούν το «The Natural» το 1984 όπου πρωταγωνίστησε με τους Robert Redford, Robert Duvall και Glenn Close και ένα χρόνο αργότερα τα «Fool For Love» και «No mercy» μαζί με τον Richard Gere.
Το 1986 έρχεται η ταινία που την έβαλε στις καρδίες εκατομμυρίων ανδρών του πλανήτη. Το αμφιλεγόμενο «9 ½ Weeks» με τον Mickey Rourke, στιγμάτισε την καριέρα της και την ανέδειξε σαν Sex Symbol. Η σκηνή υπό το «You Can Leave Your Hat On» είναι πλέον σκηνή ανθολογίας. Οι εμπορικές επιτυχίες συνεχίζονται. Το 1987 κλείνει ένα ραντεβού στα τυφλά στο «Blind Date» με τον Bruce Willis, ενώ το 1988 σαγηνεύει τον Dan Akroyd στο «My Stepmother is an Alien» (ελληνικός τίτλος η «σεξογήινη»).
Παράλληλα όμως προσπαθεί να περάσει σε πιο σοβαρούς ρόλους. Έτσι το 1989 επιλέγεται για το ρόλο της Vicki Vale, στο «Batman» μαζί με τον Michael Keaton. Στα γυρίσματα του «The Marrying Man» το 1991 γνωρίζει τον Alec Baldwin, τον οποίο τελικά παντρεύεται το 1993. Μαζί απέκτησαν μια κόρη, όμως χώρισαν επτά χρόνια μετά. Ακολούθησαν μια σειρά αδιάφορων επιλογών όπως τα «Final Analysis», «Cool World», «The Real McCoy», «The Getaway». Αντιθέτως η Kim Basinger, είχε απορρίψει τον 1992 τον κεντρικό ρόλο στο «Basic Instinct». Όμως το «Pre - a - Porte» του Robert Altman το 1994, την ξαναβάζει στο παιχνίδι. Παράλληλα η αγοραφοβία της την κρατά για εβδομάδες στο σπίτι της, μέχρι εκείνη να αποφασίσει ότι πρέπει να την αντιμετωπίσει ιατρικά.
Το 1997 κάνει μια μεγάλη στροφή επιλέγοντας τον κεντρικό ρόλο της Veronica Lake στο «L.Α. Confidential». Για την μεστή ερμηνεία της στην ταινία με συμπρωταγωνιστές τους Kevin Spacy και Russell Crowe, η Kim Basinger βραβεύτηκε με το Oscar ΑΑ Γυναικείου ρόλου. Ήταν ένα ευχάριστο κλείσιμο μιας δύσκολης επαγγελματικής περιόδου, αφού τη δεκαετία του 90 κήρυξε πτώχευση μετά από μια αποτυχημένη επένδυση στη Georgia ενώ η εταιρία παραγωγής Main Line Picture την κατηγόρησε για αθέτηση του συμβολαίου της για την ταινία Boxing Helena.
Σταδιακά άρχισε να επανακάμπτει αναλαμβάνοντας ρόλους όπως στο «I Dreams of Africa» (2000) και στο «Bless the Child» (2000) τα οποία όμως δυστυχώς δεν είχαν την αναμενόμενη επιτυχία. Κάποιοι σημείωσαν πως ίσως η αποτυχία είχε σχέση με το γεγονός πως η Basinger επέλεγε πλέον ρόλους μητέρων. Συνέχισε ακάθεκτη με ρόλους στο «8 Mile» (2002) και το «People I Know» (2002). Φέτος την περιμένουμε στις ταινίες «Cellular» (που προβάλλεται ήδη), «Elvis Left the Building» και το δραματικό «The Door in the Floor».
Μπορεί η Kim Basinger να βρίσκεται ήδη στην ηλικιακή περιοχή των «-ήντα», όμως παραμένει εξίσου λαμπερή και σαγηνευτική. Αλλωστε δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως τώρα πλέον έχει την δυνατότητα να διακριθεί στον κόσμο της μεγάλης (και της μικρής) οθόνης με ρόλους πιο απαιτητικούς και συναρπαστικούς.