That Obscure Object Of Desire
Παραγωγή: 1977

Σκηνοθεσία: Luis Bunuel
Πρωταγωνιστούν: Fernando Rey, Carole Bouquet, Angela Molina, Julien Bertheau, Andre Weber
Όταν γύριζε το «Φάντασμα της ελευθερίας», ο Bunuel ήταν ήδη εβδομηντατεσσάρων χρόνων. Είχε σχεδόν αποφασίσει να εγκαταλείψει οριστικά τον κινηματογράφο και πράγματι, η συγκεκριμένη ταινία θα μπορούσε να υποστηρίξει το βάρος ενός αξιοπρεπούς φινάλε: οι πολιτικές του εμμονές, τα κοινωνικά του σχόλια και οι αγαπημένοι του στοχασμοί γύρω από τον έρωτα, την ηθική, την αλήθεια, όλα συγκεντρώνονταν για μία ακόμα φορά, το ίδιο ανατρεπτικά όπως στα χρόνια της νιότης, αλλά με την μεστότητα του καλλιτεχνικού του πρωτίστως γήρατος. Ο επίλογος ωστόσο, έμελλε να γραφθεί τρία χρόνια αργότερα, όταν ο στενός περίγυρος του ισπανού σκηνοθέτη τον πείθει να σταθεί για μία τελευταία φορά πίσω από την κάμερα. Η έμπνευση έρχεται από μία παλιά επιθυμία, την μεταφορά του μυθιστορήματος του 1898 «La femme et le pantin», ενός έργου στο οποίο είχε βασιστεί το 1935 η ταινία «The Devil is a Woman» με την Marlene Dietrich. Ο Bunuel σκηνοθετεί την πέμπτη κατά σειρά κινηματογραφική μεταφορά της ιστορίας του Pierre Louys και παραδίδει στην έβδομη τέχνη το ακραίο, ερωτικό, σαρκαστικό κύκνειο άσμα του.
Ο μεσήλικος χήρος Mathieu γνωρίζει την δεκαεννιάχρονη Conchita, όταν εκείνη προσλαμβάνεται ως οικιακή βοηθός σε μία από τις κατοικίες του. Ο πλούσιος μεγαλοαστός σαγηνεύεται από την ομορφιά της νεαρής ισπανίδας και αρχίζει να την πολιορκεί. Εκείνη αντιστέκεται και εξαφανίζεται, για να τον συναντήσει τυχαία μερικούς μήνες αργότερα. Και πάλι όμως δεν υποκύπτει στα παρακάλια του ερωτευμένου άντρα. Αρκετό καιρό αργότερα την συναντά στην γκαρνταρόμπα ενός εστιατορίου και προσπαθεί από την αρχή να την κάνει δική του. Επισκέπτεται την μητέρα της, τους δίνει χρήματα και δώρα και συμφωνεί μαζί της να παντρευτεί την κόρη της. Οι γυναίκες όμως το σκάνε και ο Mathieu μένει για άλλη μια φορά απογοητευμένος. Στο δρόμο του θα συναντήσει πολλές φορές ακόμα την Conchita. Το ανικανοποίητο πάθος του θα είναι σε κάθε συνάντηση και μεγαλύτερο και εκείνη θα του υπόσχεται κάθε φορά και περισσότερα, εγκαταλείποντάς τον λίγο πριν του παραδοθεί. Ο έρωτας θα γίνει εμμονή και η φαινομενικά αθώα μικρή θα παίξει το πιο σαδιστικό παιχνίδι με την καρδιά του απελπισμένου άνδρα. Το αντικείμενο του πόθου του θα γίνεται κάθε φορά και πιο σκοτεινό και το κυνηγητό τους θα βουλιάζει όλο και πιο βαθιά στη διαστροφή.
Η ιστορία είναι τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο κόσμος. Ένας άνδρας, μία γυναίκα και ο έρωτας. Ή καλύτερα, «τα εγκλήματα του έρωτα», όπως έγραφε και ο Ντε Σαντ. Ένα θέμα τόσο απλό, όσο οτιδήποτε καθημερινό και δεδομένο, αλλά και τόσο ανεξερεύνητο στην πραγματικότητα, αφού τις περισσότερες φορές παραμένει θαμμένο κάτω από φαλλοκρατικά κλισέ ή φεμινιστικά μανιφέστα. Στην αληθινή του διάσταση, αυτή που προτιμά και ο Bunuel η κατάσταση διατηρεί ακέραιο και φαινομενικά μονάχα υπερβολικό τον αγώνα για υπεροχή, εξουσία και έλεγχο με όπλο τα ίδια τα ανθρώπινα ένστικτα. Ο Mathieu δεν κάνει κάτι περισσότερο από το να είναι αθεράπευτα και αναίτια ερωτευμένος με μία γυναίκα πολλές δεκαετίες μικρότερή του και εξίσου πολλές κοινωνικές κλίμακες υποδεέστερή του. Μία γυναίκα που εμφανώς δεν έχει τίποτα να του προσφέρει. Εκτός από τη νιότη και την ομορφιά της. Και την αισθησιακή ψευδαίσθηση της αναγέννησής του, λίγο πριν την απονέκρωση του σώματος και των επιθυμιών του. Αυτήν ακριβώς τη δύναμη εκμεταλλεύεται η Conchita, ικανή να επιδείξει μονάχα τους φυσικούς θησαυρούς της, που στα μάτια του γερασμένου θαυμαστή μοιάζουν ποθητοί όσο η ίδια η ζωή. Ο τρόπος με τον οποίο μία κοινή ιστορία έρωτα μετατρέπεται σε ένα ανελέητο παιχνίδι εξόντωσης παραμένει μυστήριος μέσα στην απλότητά του. Οι σουρεαλιστικές θύμησες του «μπουνιουελικού» έργου επανέρχονται, πρόθυμες να δώσουν κάποια απάντηση στο παραπάνω ερώτημα.
Ο Bunuel προσφέρει τον τελευταίο φόρο τιμής στο κινηματογραφικό είδος που τον ανέθρεψε και αποτολμά την εξής ευρηματική υπέρβαση: δίνει τον ρόλο της Conchita σε δύο ηθοποιούς. Στο πρόσωπο της Carole Banquet, η Conchita μοιάζει λεπτεπίλεπτη, ντελικάτη, με μία γαλήνη και μία ομορφιά σεληνιακή. Η μορφή της Angela Molina την κάνει χυμώδη, αισθησιακή και ποθητή. Ο συνδυασμός των δύο είναι αυτό ακριβώς το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου. Μία γυναίκα με δύο πρόσωπα, δύο διαφορετικές συμπεριφορές, δύο αντίθετες εικόνες, οι οποίες γίνονται μία, κάθε φορά που ο Mathieu βρίσκεται απροστάτευτος μπροστά στη σχιζοειδή πραγματικότητα του έρωτα. «Πολλοί θεατές δεν πρόσεξαν ότι είναι δύο!», έγραφε ο Bunuel. Ίσως γιατί ο έρωτας δεν διαφέρει και πολύ από μία κλασσική σουρεαλιστική ταινία.
Το Πρόγραμμα των Προβολών

