Είδαμε: This Is England.

Είδαμε: This Is England.Μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα της επί Thatcher Αγγλίας κι ενώ ο πόλεμος στα Falkland μαίνεται, ένα παιδάκι αντιμετωπίζει την απόρριψη των συνομηλίκων του αλλά γίνεται δεκτό σε μια συμμορία skinhead. Ο μικρός Shaun (Thomas Turgoose) περνάει από το περιθώριο του σχολείου στο επίκεντρο της προσοχής μίας παρέας περιθωριακών, γνωρίζει τον κώδικα επικοινωνίας και το dress-code τους ενώ βιώνει και μία πρόωρη ερωτική εμπειρία. Όταν όμως επιστρέψει από τη φυλακή ένας μέλος με ακροδεξιές θέσεις η παρέα θα χωριστεί και οι μισοί θα κατηχηθούν σε εθνικιστικά παραληρήματα, μαζί κι ο Shaun, επηρεασμένος από τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα του στα Falkland.

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η αυθεντικά βρετανική απάντηση στα «American History». Ο Shane Meadows, του οποίου σχετικά πρόσφατα είδαμε θετικότατα δείγματα γραφής στο «Dead Man's Shoes», επιστρέφει επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του σ' ένα ψυχογράφημα του κινήματος των skinhead και της ακροδεξιάς στο μεγάλο νησί. Στο φόντο τοποθετείται η κοινωνία της Θατσερικής Αγγλίας, όπου η εθνική υπερηφάνεια κι ο συντηρητισμός έπαιζαν σημαίνοντα ρόλο. Το αφηγηματικό άρμα επιλέγεται ένα παιδάκι, συμπαθέστατο στα χαρακτηριστικά, το οποίο και βουτά δίκην βάπτισης σε γεγονότα ξένα προς τη φύση του. Έτσι ο πιτσιρικάς σηκώνει μπατζάκια, ξυρίζει τα μαλλιά, φορά martins και - για να μη ξεχνιόμαστε - έχει μόλις χάσει τον πατέρα του στον πόλεμο. Οι κοινωνικοί συσχετισμοί που τονίζει ο Meadows είναι περιττό να σκιαγραφηθούν περαιτέρω. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί την προσοχή που δίνει στο πλαίσιο το οποίο δέχεται το μικρό στους κόλπους του. Φτωχά παιδιά, άνεργα, εισέρχονται στο φαύλο κύκλο της εκκεντρικότητας και της αποξένωσης.

Ο Meadows κρατά χαμηλό προφίλ, γυρίζοντας μία τυπική υφολογικά ταινία του σύγχρονου βρετανικού σινεμά. Το κάδρο είναι μόνιμα μουντό και τα γκρο πλάνα στους χαρακτήρες είναι φορτισμένα και σιωπηλά, διακριτικά τονισμένα από το προσεγμένο score. Διατηρείται επίσης ένα αφηγηματικό πλαίσιο κοντά στη λογική του ντοκιμαντέρ, με συχνά σημεία αναφοράς στα αληθινά ιστορικά γεγονότα μέσα από ντοκουμέντα της εποχής. Μία ιστορία πρόωρης ενηλικίωσης παντρεύεται με την ωρίμανση ακραίων τάσεων στο κοινωνικό γίγνεσθαι της Αγγλίας, αναδεικνυόμενη από μία ερμηνευτική έκπληξη που ακούει στο όνομα Thomas Turgoose. Χαλαρός και αυθεντικός, ο μικρός υποχρεώνει το κοινό να τον παραδεχθεί για τη συνέπεια και το πάθος του. Στο κλείσιμο του φετινού festival, σε ένα κατάμεστο 'Αττικόν' ο Meadows 'φώναξε' με νόημα και προβληματισμό «This Is England». Το κοινό, ως φάνηκε από τις αντιδράσεις του, τον άκουσε.
 

Νεκτάριος Σάκκας - 02/10/2007

Είδαμε: XXY.

Είδαμε: XXY.Η Alex (Ines Efron) είναι ένα ερμαφρόδιτο παιδί 15 ετών που ζει με την οικογένειά του κάπου στην Uruguay, μακριά από την αδιακρισία που αντιμετώπιζαν καθημερινά στο Buenos Aires. Η εφηβεία και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα έρχονται μαζί με μία οικογενειακή επίσκεψη. Ένας πλαστικός χειρούργος μετά της συζύγου του και του γιου τους Alvaro (Martin Piroyansky) θ' αναστατώσουν τη ζωή της Alex, φέρνοντας στο προσκήνιο το οδυνηρό ζήτημα της ταυτότητας...

Στη βιολογία ως προς το ανθρώπινο γονιδίωμα το θήλυ συμβολίζεται με 'XX' και το άρρεν με 'XY' (ένα X κι ένα Y χρωμόσωμα, όπου το τελευταίο καθορίζει το αρσενικό φύλο). Η ταινία της Lucia Puenzo τιτλοφορείται ως «XXY» υποδηλώνοντας έτσι την ερμαφρόδιτη φύση της ηρωίδας. Για την επιστημονική ακρίβεια του πράγματος ωστόσο ας σημειωθεί πως η παρουσία της τριάδας 'XXY' χρωμοσωμάτων στο ανθρώπινο γονιδίωμα χαρακτηρίζει το σύνδρομο Klinefelter, οι φορείς του οποίου δεν είναι ερμαφρόδιτοι. Εδώ κάπου όμως τελειώνει το σύντομο - επεξηγηματικό ως προς τον τίτλο - μάθημα βιολογίας...

Εξάλλου δεν είναι μόνο ο τίτλος που εγείρει ενστάσεις ως προς την προσέγγιση του πολυδιάστατου ζητήματος που η σκηνοθέτις επιλέγει. Η θεματολογία της ταινίας καθηλώνει από οποιαδήποτε οπτική κι αν εξεταστεί - κοινωνικά, ηθικά, ψυχολογικά, ανθρωπολογικά κ.λπ. Ο καθένας 'φυσιολογικός' (η λέξη μέσα σε πολλά εισαγωγικά) μέσα στην κοινωνία υποτίθεται πως έχει να διαχειριστεί μία φύση, τι γίνεται όμως με εκείνον που διαθέτει δύο σε ακατανόητη, αμφίσημη αναλογία; Η προφανής (;;) και αγόγγυστη λύση του 'ευνουχισμού' μιας εκ των δύο πόσο αδιανόητη φαίνεται στον φέροντα των φύσεων αυτών; Κι αν άραγε ήμασταν εμείς εκείνοι που είχαμε δύο ψυχές, πόσο εύκολα θα αρνούμασταν μία εξ αυτών;

Είναι βέβαια αντιληπτό πόσο το διαφορετικό ξενίζει ή τρομάζει ειδικά εκείνους που ζουν στο σκοτάδι και την τετράγωνη λογική του μαύρου-άσπρου, καταδικάζοντας τη διαφορετικότητα στον Καιάδα. Η μικρή Alex εδώ φέρει μέσα της την ταμπέλα του 'τέρατος', κρυμμένη από τον κόσμο και συντηρώντας τη θηλυκή της ταυτότητα με χάπια. Οι γονείς είναι στο πλευρό της όμως η απόφαση για την οριστική επιλογή ενός από τους δύο δρόμους δεν έχει απαλειφθεί γι αυτούς από την εξίσωση της μελλοντικής ζωής του παιδιού τους. Ο επισκέπτης πλαστικός χειρούργος, ένας 'χασάπης' κατά την Alex, έρχεται με μία αιωρούμενη προοπτική να 'επέμβει' ως Προκρούστης. Παράλληλα όμως, η σεξουαλική πρόσκλησή της προς τον Alvaro εγείρει το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας, εγείροντας θέμα στάσης και ως τον κόσμο των τρίτων.

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για το ύφος κινηματογράφησης που επιλέγει η Puenzo στην πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία. Αστοχες συνειρμικά επιλογές όπως η άστοχη σεκάνς με τη μητέρα να τεμαχίζει ένα καρότο προδίδουν διστακτικότητα και νευρικότητα ως προς τη διαχείριση του ζητήματος, όμως δύσκολα θα μπορούσε κανείς να της αρνηθεί πως παραθέτει μία άξια λόγου ταινία. Πλάνα φορτισμένα, με περσόνες συννεφιασμένες μέσα στη δίνη των επιθυμιών τους, αναμετρώνται με τους εαυτούς τους και τους γύρω χωρίς μελοδραματικά τερτίπια. Αποφεύγει τον εύκολο δρόμο της σκιαγράφησης του χαρακτήρα της Alex ως απόλυτου θύματος, αποδίδοντας της γήινες διαστάσεις με πάθη κι εκρήξεις. Αποσπά επίσης συμπαθείς ερμηνείες από τους ηθοποιούς της - αν και σχετικά ασταθείς μέσα στη ροή της ιστορίας - με την Efron και τον Piroyansky να δίνουν ένα μικρό ρεσιτάλ υποκριτικής στις αμέσως επόμενες ηλεκτρισμένες στιγμές της ερωτικής τους επαφής. Η αίσθηση που εν τέλει αποκομίζεις στο φινάλε του «XXY» είναι πως πιθανόν να κάναμε λόγο για ένα αυθεντικό διαμάντι αν η Puenzo αποφάσιζε να το γυρίσει μερικά χρόνια και projects αργότερα. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα από τα films που συζητήθηκαν και ξεχώρισαν στο φετινό θεσμό.
 

Νεκτάριος Σάκκας - 01/10/2007

Είδαμε: Malkom McLaren Retrospective.

Είδαμε: Malkom McLaren Retrospective.Το κτίριο στο οποίο στεγάζονται τα κεντρικά γραφεία του National Film Board, στο Μόντρεαλ του Καναδά, ονομάστηκε το 1989 'The Norman McLaren Building'. Αυτός είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στον κορυφαίο animator, η δουλειά του οποίου έχει συνδεθεί άρρηκτα με το NFB. Γεννημένος στη Σκοτία το 1914, ο Norman McLaren σπούδασε σκηνογραφία στη Σχολή Καλών Τεχνών της Γλασκόβης, αλλά το ενδιαφέρον του σύντομα κέντρισε ο πειραματικός κινηματογράφος και συγκεκριμένα το - εκκολαπτόμενο, ακόμα εκείνη την εποχή - κινούμενο σχέδιο. Λόγω έλλειψης χρημάτων για κάμερα, ο δαιμόνιος καλλιτέχνης άρχισε να ζωγραφίζει απευθείας πάνω στο φιλμ, να το 'δένει' με μουσική και να το προβάλλει σε διάφορα φεστιβάλ στην Αμερική και την Ευρώπη. Σύντομα έφτασαν οι πρώτες διακρίσεις και η αναγνώριση, η οποία έφερε τη δυνατότητα για περισσότερα μέσα και τεχνικές (stop-motion, pixilation) και μια πρόσκληση για συνεργασία από το NFB του Καναδά.

Το μίνι-αφιέρωμα των Νυχτών Πρεμιέρας στο σπουδαίο αυτό δημιουργό περιλάμβανε δέκα από τις γνωστότερες και σημαντικότερες ταινίες του. Το απόγευμα της Τετάρτης, στο μισοάδειο Αττικόν, οι λίγοι φίλοι και οι ελάχιστοι νέοι ενδιαφερόμενοι (καθώς η προβολή αυτή αγνοήθηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία του Τύπου) απόλαυσαν σε νέες κόπιες τη μαγεία του Norman McLaren: Τα ζωγραφισμένα απ' ευθείας στο σελιλόιντ «Stars And Stripes» (1939), «Lines: Horizontal» (1962), «Boogie-Doodle» (1948, με τη μουσική του Oscar Peterson Trio) και «Synchromy» (1971, με μουσική σύνθεση του ίδιου του McLaren), εντυπωσιάζουν με την οργανική σχέση του χρώματος, του σχήματος και της μουσικής. Τα «Neighbours» (1952, Oscar Best Short Documentary), «Opening Speech» (1960) και το «A Chairy Tale» (1957, Canadian Film Award) διασκεδάζουν και προβληματίζουν με την 'εμψύχωση' (animation) αντικειμένων. Τέλος, το «Pas De Deux» (1968, BAFTA Award) μαγεύει με την χρήση του ανθρώπινου σώματος και της multi-layered τεχνικής.
 

Σπύρος Θωμόπουλος - 29/09/2007

Είδαμε: Tekkonkinkreet.

Είδαμε: Tekkonkinkreet.Στην καρδιά μιας σύγχρονης μητρόπολης, που θα μπορούσε να είναι και το Τόκιο, δύο αλάνια, ο Black και ο μικρότερος αδερφός του White, ζουν μέρα με τη μέρα κλέβοντας πορτοφόλια για να ζήσουν. Παράλληλα, κρατούν καθαρή την περιοχή από διάφορους 'γιάκουζα' και λοιπούς εγκληματίες. Σύντομα όμως θ' ανακαλύψουν ότι ο πραγματικός εχθρός δεν είναι οι ντόπιοι γκάνγκστερ, αλλά ένας αδίστακτος επιχειρηματίας που θέλει να χτίσει ένα τεράστιο amusement park, ισοπεδώνοντας τις παλιές γειτονιές. Τα δυο αδέρφια θ' αναλάβουν δράση σε μια δοκιμασία που θα τους κάνει να συνειδητοποιήσουν πολλά...

Βασισμένη σε αρκετά από τα τεύχη του ομότιτλου manga του Taiyo Matsumoto, η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του γεννημένου στο Λος Αντζελες, αλλά τωρινού κάτοικου του Τόκιο, Michael Arias, είναι το λιγότερο εντυπωσιακή. Έχοντας να παρουσιάσει ένα καλό βιογραφικό σαν προγραμματιστής video games και υπεύθυνος ειδικών εφέ, ο Arias καταφέρνει και κρατά τη σκοτεινή πλευρά της ιστορίας σε πρώτο επίπεδο (τόσο που ίσως το «Tekkonkinkreet» ν' αποδειχτεί σκληρό για τους μικρούς θεατές), χρησιμοποιώντας ωστόσο όλα τα χρώματα της παλέτας του. Το σχέδιο, ελαφρώς αφαιρετικό, μεταφέρει το 'δυτικό' βλέμμα του δημιουργού του, σεβόμενο, πάντα, την ιαπωνική παράδοση, και μαγεύει με την ευφάνταστη χρήση γωνιών λήψης και τρισδιάστατων ειδικών εφέ. Και όλα αυτά συνοδευόμενα από το εξαιρετικό soundtrack που έγραψαν οι Plaid!
 

Σπύρος Θωμόπουλος - 25/09/2007

Είδαμε: Joe Strummer: The Future is Unwritten.

Είδαμε: Joe Strummer: The Future is Unwritten.Έργα και ημέρες του τραγουδιστή των Clash Joe Strummer καταγεγραμμένα με θαυμασμό και όρεξη από το στενό του φίλο Julien Temple. Αν και η εξαντλητική έρευνα του σκηνοθέτη γύρω από το αντικείμενό του είναι εμφανής (δεν υπάρχει ηχητικό, οπτικό ή γραπτό ντοκουμέντο που να μην είχε στη διάθεσή του), η ταινία δεν θα χαρίσει στο συγκρότημα νέους fans ούτε θα ρίξει φως σε ερωτήματα που μπορεί να απασχολούν τους ήδη υπάρχοντες. Μέσα από συνεντεύξεις συνεργατών του και διάσημων θαυμαστών του όπως ο John Cusack, ο Johnny Depp, ο Martin Scorsese και ο Bono, ο Temple εξυμνεί χωρίς να αγιογραφεί την άστατη αλλά ελκυστική προσωπικότητα του Strummer, ενός τόσο χαρισματικού ανθρώπου και καλλιτέχνη που κατάφερνε να κερδίζει τη συμπάθεια ή και τη συγχώρεση των γύρω του ακόμα και σε περιπτώσεις που μπορεί να μην την άξιζε.

Προερχόμενος από εύπορη οικογένεια, ο John Mellor, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, διοχέτευσε όλες του τις δυνάμεις για να ξεφύγει από το προκαθορισμένο μέλλον του και κατέληξε να γίνει το επαναστατικό σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς μέσα από την αυθάδη, ειλικρινή και έντονα πολιτικοποιημένη punk μουσική του. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για ένα ντοκιμαντέρ που επικεντρώνεται στους Clash. Δίνεται το ίδιο βάρος και στο χρόνο που πέρασε ο Strummer με τους Mescaleros, τους Pogues, ακόμα και τους 101ers. Εκτός από την προβληματική απόφαση του Temple να κατονομάσει τους συμμετέχοντες στις εξομολογήσεις, το «The Future Is Unwritten» είναι must για όσους θέλουν να δουν ένα αυθεντικό ροκ είδωλο και έναν αθάνατο μύθο εν δράσει.
 

Μάρα Θεοδωροπούλου - 24/09/2007

Είδαμε: Persepolis.

Είδαμε: Persepolis.Η ταινία που άνοιξε τις Νύχτες Πρεμιέρας τη φετινή χρονιά ήταν το «Persepolis». Κατευθείαν από τις Κάννες όπου απέσπασε το Jury Award και ήταν υποψήφιο για Χρυσό Φοίνικα, δικαιολόγησε απόλυτα τη φήμη που το ακολουθεί. Η μεταφορά του δικού της comic στη μεγάλη οθόνη αποτέλεσε όνειρο για την Marjane Satrapi. Με ένα ιδιαίτερο προσωπικό στυλ περιγράφει με μοναδικό τρόπο το τι βίωσε μεγαλώνοντας.

Ένα μικρό κοριτσάκι σε δύσκολες στιγμές στη πρωτεύουσα του Ιράν, με περίεργα μάτια παρατηρεί το τι συμβαίνει στο σπίτι του, στην οικογένεια του, στη χώρα του. Μεγαλώνοντας αντιλαμβάνεται τη κρισιμότητα της κατάστασης και οι γονείς της θέλοντας να την προστατέψουν τη στέλνουν στο εξωτερικό. Όλα αυτά δοσμένα με γενναίες δόσεις σκοτεινού χιούμορ, καταφέρνοντας όμως να κρατήσει χαμηλούς τόνους σε μια ιστορία που έχει έντονη πολιτική και κοινωνική χροιά. Ταινία που κάθε σκεπτόμενος fan της μεγάλης οθόνης οφείλει να παρακολουθήσει είτε στο festival είτε αργότερα στη κανονική διανομή της ταινίας στις αίθουσες. Ασπρόμαυρες εικόνες, ικανές να γεμίσουν χρώμα τη καρδιά σου. Μια από τις καλύτερες ταινίες της season.
 

Δημήτρης Βαρελάς - 23/09/2007

Είδαμε: Eagle vs Shark.

Είδαμε: Eagle vs Shark.Ο σκηνοθέτης του «Eagle vs Shark» Taika Cohen είναι γνώριμος του festival. Η μικρού μήκους ταινία του «Two Cars, One Night» είχε προβληθεί πριν μερικά χρόνια και επίσης είχε προταθεί για Oscar Ταινίας Μικρού Μήκους. Αυτή η ταινία από τη Νέα Ζηλανδία είναι μια ρομαντική κωμωδία διαφορετική από τις άλλες. Δύο άτομα που μπορούν να χαρακτηριστούν από nerds έως απόβλητα της κοινωνίας, που αποτελούν αντικείμενο κοροϊδίας για όλους, γνωρίζονται. Η Lily πείθεται πως ο Jarrod είναι ο έρωτας της ζωής της εξ' αιτίας μια ελιάς στο επάνω χείλος του επειδή κι αυτή έχει μια ίδια. Παρά τη γνωριμία τους σε ένα ανεκδιήγητο party μασκέ και τα όσα απίστευτα και κωμικοτραγικά συμβαίνουν σε μια εβδομάδα επιστροφής στις ρίζες και εκδίκησης, η επιμονή και υπομονή της είναι ιώβεια. 'Feel good' ταινιάκι, όπου boys-meets-girl και μαζί την τρελή οικογένεια και ακόμα πιο ακραίες καταστάσεις. Οι λίγο αργοί ρυθμοί μπορεί να ξενίσουν, αλλά πρόκειται για μία γλυκιά και αυθεντική πρόταση.
 

Δημήτρης Βαρελάς - 23/09/2007

Είδαμε: Garage

Είδαμε: GarageΟ χαζούλης αλλά καλόψυχος Josie (Pat Shortt) εργάζεται και διαμένει στο βενζινάδικο του αφεντικού του, χωρίς να έχει εγκαταλείψει σχεδόν ποτέ την Iρλανδική επαρχεία. Ο καλόβολος χαρακτήρας του και η αφέλειά του τον αφήνουν απροστάτευτο απέναντι στους γύρω του, για τους οποίους αποτελεί 'ανέκδοτο'. Όταν στο βενζινάδικο πιάσει δουλειά ένας λιγομίλητος 15χρονος, ο Josie θα τον υποδεχθεί εγκάρδια και σύντομα θα αρχίσουν να κάνουν χαλαρή παρέα. Μία παρεξήγηση όμως πρόκειται να αλλάξει τις ισορροπίες της ζωής του, δραματικά και προς το χειρότερο.

Δεν ξέρω αν οι προθέσεις του Ιρλανδού Lenny Abrahamson ήταν μέσα από το «Garage» (βραβείο CICAE στο δεκαπενθήμερο σκηνοθετών του Festival των Καννών) να προβληματίσει το μέσο απαθή άνθρωπο ως προς την άκαρδη αντιμετώπιση που συνήθως προσφέρει σε άτομα σαν και τον ήρωα της ταινίας του, δεδομένο όμως θα πρέπει να θεωρείται πως καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον παραθέτοντας ένα θεματάκι taboo. Η δραματική αυτή ιστορία αποδίδεται σε ένα περιβάλλον κατά συνθήκη μουντό - ένεκα κλιματολογικών συνθηκών - αλλά και σε μία μικρή πόλη που από την απραξία και το βάλτωμα των κατοίκων μοιάζει σωστό διαβατήριο για καραμπινάτη κατάθλιψη. Πώς λοιπόν να ζει κανείς εκεί, ειδικότερα όταν βρίσκεται απέναντι στην απομόνωση και την κεκαλυμμένη χλεύη των συμπολιτών του, όντας απορριπτέος από το άλλο φύλο και αναγκασμένος να κάνει παρέα με έναν πιτσιρικά ακολουθώντας τη συνομήλικη παρέα του τελευταίου εβρισκόμενος ανάμεσα σε ζευγαράκια που χαριεντίζονται; Ο χαρακτήρας του Josie - που ερμηνεύεται έξοχα από τον Shortt - δείχνει από εμφάνιση χαμένος από χέρι, με καρφωμένη τη διστακτικότητα στο βλέμμα και μόνιμο το σούφρωμα στα χείλια, πνιγμένος από έναν σιωπηρό καημό και μοναξιά. Σ' ένα κόσμο σκληρό και παγωμένο τα πάντα δείχνουν ζοφερά γι αυτόν...

Η οπτική του Abrahamson αποφεύγει εύκολα την παγίδα του μελοδράματος, με διακριτικότατη μουσική επένδυση, στιβαρή κινηματογράφηση και αυστηρή σεναριακή γραφή. Η σύντομη δε διάρκεια των 85 λεπτών καταφέρνει να διατηρήσει την προσοχή του κοινού πριν προκύψει συναισθηματική υπερφόρτωση. Έξυπνο είναι και το σεναριακό εύρημα με το άλογο, η σχέση του οποίου με τον ήρωα σχηματοποιεί μεταφορικά το δίπολο Josie-κοινωνία. Οι δύο τελικές σεκάνς, μορφοποιούν μέσα στη σιωπή το τραγικό φινάλε. Η 'φυγή' είναι πάντα μία λύση, συχνά η μόνη, ελευθερώνοντας το φευγάτο από τα αβάσταχτα δεσμά του. Και η διέξοδος που επιλέγει εδώ ο Josie είναι ταυτόσημη με τη φύση του, πνιγηρή μέσα στο χάος της μοναξιάς.
 

Νεκτάριος Σάκκας - 22/09/2007

Είδαμε: La Lupa Mannara.

Είδαμε: La Lupa Mannara.Από το 1976 έρχεται στο τμήμα του αφιερώματος στο Grindhouse του 13ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου 'Νύχτες Πρεμιέρας' το «La Lupa Mannara». Η δημιουργία του Rino Di Silvestro θεωρείται ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα trash τρόμου ευρωπαϊκής παραγωγής της δεκαετίας του '70. Οι προσδοκίες όμως του αιμοδιψούς νυχτόβιου κοινού που έκανε τον κόπο να βρεθεί στο 'Δαναό 1' για χατίρι της μάλλον διαψεύσθηκαν, αφενός γιατί η περιβόητη λυκάνθρωπος που ο τίτλος αναφέρει ελάχιστα φανερώνεται στη μορφή αυτή και αφετέρου γιατί από το φιλμ λείπουν έντονα οι αναγκαίες διεστραμμένες ιδέες που όφειλε να έχει.

Η προβολή άρχισε με νόστιμα 'ορεκτικά' που δεν ήταν άλλα από μερικά γραφικά trailers αναλόγων 'ανοσιουργημάτων'. Από την προωθητική φωνητική παρουσίαση της κάθε ταινίας μέχρι τα παρατεταμένα ουρλιαχτά των θυμάτων υποτίθεται πως έπαιρνες μία γερή γεύση του τι θα επακολουθούσε. Δυστυχώς όμως «Η Γυναίκα Λυκάνθρωπος» έμοιαζε περισσότερο με 'άνυδρο' αδερφάκι άλλων διακεκριμένων εκπροσώπων του Grindhouse. Αν και προφανέστατα φτηνιάρικο, φτάνοντας σε μας μέσα από μία προφανώς φθαρμένη κόπια με την χαρακτηριστική για το είδος ροζιασμένη απόχρωση - εκεί που το πραγματικά μαύρο χρώμα απουσιάζει - το φιλμ του Di Silvestro ήταν στεγνό από αίμα και τεράστιες ανοικτές πληγές με την κάμερα να κάνει λες και αποφεύγει να προβεί στο προφανές, τη λήψη παρατεταμένων gore σκηνών, αφήνοντας την τελετουργία να υπάρχει μονάχα στον εκστασιασμένο χορό της γυμνής 'λύκαινας' Annik Borel.

Χωρίς κανιβαλίστικη βία ή έστω σκηνές κατακρεούργησης δεν πας πουθενά και εδώ η ταινία βασίζεται μονάχα στο χυμώδες, συχνά εκτεθειμένο σώμα της πρωταγωνίστριάς της και τον όποιο ερωτισμό αυτό καταφέρει να βγάλει. Η soft porno ατμόσφαιρα δε δένει όμως με την απούσα ούτως ή άλλως σφαγή, οπότε το μόνο που απομένει είναι οι λίγες σκηνές ουρλιαχτών, ερασιτεχνικών λήψεων και κοψιμάτων στο μοντάζ για να βγάλουν ένα κάποιο χάχανο, καλύπτοντας έτσι πολύ περιορισμένα τις απαιτήσεις του κοινού. Μονάχα μία σκηνή φόνου ξεχωρίζει για τον κωμικό τρόπο λήψης και το απορρέον ξέσπασμα γέλιου. Ο φειδωλός Di Silvestro εξάλλου αναμετρήθηκε με έναν χιλιοειπωμένο μύθο αδυνατώντας να προκαλέσει το θεατή με τις σχεδόν ανύπαρκτες ιδέες που κατέβασε.
 

Νεκτάριος Σάκκας - 21/09/2007

Επίσημη Πρεμιέρα Για Τις Νύχτες Πρεμιέρας.

Επίσημη Πρεμιέρα Για Τις Νύχτες Πρεμιέρας."Λύνω τον κάβο του καραβιού που φέρει το όνομα Νύχτες Πρεμιέρας και εύχομαι καλό ταξίδι και φέτος...": με αυτή τη φράση ο δήμαρχος Αθηναίων, Νικήτας Κακλαμάνης, κήρυξε την έναρξη του 13ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, στην επίσημη πρεμιέρα που έλαβε χώρα στον κινηματογράφο Αττικόν. Λίγο νωρίτερα, ο Γενικός Διευθυντής του φεστιβάλ, κύριος Πέτρος Αντωνιάδης και ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής, κύριος Ορέστης Ανδρεαδάκης, καλωσόρισαν τους προσκεκλημένους στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας.

Στο χαιρετισμό του ο Πέτρος Αντωνιάδης του φεστιβάλ στάθηκε ιδιαίτερα στο τμήμα 'Κινηματογράφος Kαλεί Περιβάλλον', που καταδεικνύει την εναρμόνιση με τους σύγχρονους οικολογικούς προβληματισμούς και, δυστυχώς, με τα πρόσφατα μοιραία γεγονότα που έπληξαν τη χώρα μας. Στη συνέχεια, το λόγο πήρε ο Ορέστης Ανδρεαδάκης, ο τόνισε πως "Οι 103 μεγάλου και 43 μικρού μήκους ταινίες που αποτελούν το φετινό πρόγραμμα είναι αρκετές για να αναδείξουν την άποψή μας για το σινεμά. Δεν μας χρειάζονται περισσότερες. Είναι η δική μας ιδανική κινηματογραφική Βουλή".

Η έναρξη του φεστιβάλ,, έγινε με τη βραβευμένη στις Κάννες ταινία των Marjane Satrapi και Vincent Paronnaud «Persepolis» στις ανακαινισμένες αίθουσες του Αττικόν και του Απόλλωνα. Μεταξύ των επίσημων προσκεκλημένων της πρεμιέρας ήταν οι ηθοποιοί Θέμις Μπαζάκα, Μηνάς Χατζησάββας, Γιώργος Κιμούλης, Χρήστος Στέργιογλου, Λήδα Ματσάγγου, Βίκυ Βολιώτη, Γιάννης Στάνκογλου, οι σκηνοθέτες Κωνσταντίνος Γιάνναρης, Νίκος Περάκης, Γιώργος Τσεμπερόπουλος, Τάσος Μπουλμέτης, Βασίλης Βαφέας, Ολγα Μαλέα, Λουκία Ρικάκη, Πέννυ Παναγιωτοπούλου και πολλοί άλλοι!
 

Θανάσης Γεντίμης - 20/09/2007

  To Πρόγραμμα [pdf]


(02/10/2007) Είδαμε: This Is England.

(01/10/2007) Είδαμε: XXY.

(29/09/2007) Είδαμε: Malkom McLaren Retrospective.

(25/09/2007) Είδαμε: Tekkonkinkreet.

(24/09/2007) Είδαμε: Joe Strummer: The Future is Unwritten.

(23/09/2007) Είδαμε: Persepolis.

(23/09/2007) Είδαμε: Eagle vs Shark.

(22/09/2007) Είδαμε: Garage

(21/09/2007) Είδαμε: La Lupa Mannara.

(20/09/2007) Επίσημη Πρεμιέρα Για Τις Νύχτες Πρεμιέρας.

(19/09/2007) 13ο και τυχερό!




 

» Νύχτες Πρεμιέρας 2006
» Νύχτες Πρεμιέρας 2005
» Νύχτες Πρεμιέρας 2004
» Νύχτες Πρεμιέρας 2003
» Νύχτες Πρεμιέρας 2002
» Νύχτες Πρεμιέρας 2001



 :: ΑΡΧΙΚΗ  :: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ  :: ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ  :: ΤΜΗΜΑΤΑ & ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  :: ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ  :: ΕΠΙΣΗΜΟ SITE  :: 

© 2000-2007 | Θανάσης Γεντίμης
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του CinemaNews.gr διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναπαραγωγή ή αποθήκευση με κάθε τρόπο και μέσον των περιεχομένων του CinemaNews.gr χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του δημιουργού του.