Η ιστορία με την έκπληκτη γραμματέα που αναφώνησε αφελώς βλέποντας το γυμνό χρυσό αγαλματάκι «Καλέ αυτό είναι ίδιο ο θείος μου ο Όσκαρ!» μας είναι από λίγο ως πολύ γνωστή. Και δεν υπάρχει κανείς σινεφίλ που να μην κρυφονιάζεται κάθε Φλεβάρη και κάθε Μάρτη για τις υποψηφιότητες και τις απονομές αντίστοιχα των βραβείων την Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, Τεχνών και Επιστημών. Κατά καιρούς πολλοί τα έχουν σνομπάρει (Γούντι Αλλεν, Μάρλον Μπράντο, Κάθριν Χέπμπορν, Τζωρτζ Σκοτ), άλλοι όμως έχουν τσαλαπατήσει την αυτοεκτίμησή τους για την απόκτηση ενός χρυσού αγαλματιδίου (Ολίβια ντε Χάβιλλαντ). Όπως και να έχει, οι υποψηφιότητες της 75ης απονομής των Όσκαρ έχουν πλέον ανακοινωθεί και η αγωνία όλων θα λάβει τέλος τη βραδιά της 23ης Μαρτίου.
Φετινό φαβορί αναδεικνύεται προς στιγμήν το «Σικάγο» με δεκατρείς υποψηφιότητες, τέσσερις εκ των οποίων είναι ερμηνείας! Μια πρόχειρη αναδρομή έχει καταδείξει πως ο αριθμός 13 είναι όντως γρουσούζικος για την υποψήφια ταινία, όχι μόνο γιατί δεν καταφέρνει να πάρει έστω αναλογικά τη μερίδα του λέοντος τη νύχτα της απονομής (1950 «Όλα για την Εύα», 1994 «Φόρεστ Γκαμπ»), αλλά γιατί ενίοτε δεν αποσπά ούτε το βραβείο καλύτερης ταινίας (1964 «Μαίρη Πόππινς», 1966 «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», 2001 «Ο Αρχοντας των Δαχτυλιδιών»). Μοναδική εξαίρεση το «Όσο υπάρχουν άνθρωποι» (1953, οκτώ βραβεία συμπεριλαμβανομένου και αυτού της Καλύτερης Ταινίας).
Το τοπίο των φετινών υποψηφιοτήτων και το είδος των προτεινόμενων ταινιών θυμίζει παλαιότερα σκηνικά: το 1972 το μιούζικαλ «Καμπαρέ», υποψήφιο για δέκα Όσκαρ, φεύγει τη βραδιά της απονομής με οκτώ αγαλματίδια, όχι όμως και με εκείνο της καλύτερης ταινίας. Αυτό το τελευταίο πηγαίνει στον «Νονό». Το 1979 άλλο ένα μιούζικαλ, «Η Παράσταση Αρχίζει», παίρνει τέσσερα από τα εννέα Όσκαρ για τα οποία ήταν υποψήφια, χάνει όμως τα βασικά και μεγάλα βραβεία από το δακρύβρεχτο «Κράμερ εναντίον Κράμερ». Για να μη θυμίσουμε και το περσινό «Μουλέν Ρουζ». Δεν είναι δύσκολο να συμπεράνουμε πως οι επιλογές της Ακαδημίας, οι οποίες συνήθως «εκπλήσσουν», θα δώσουν και φέτος το προβάδισμα σε κάτι πιο «σοβαρό» από ένα μουσικοχορευτικό θέαμα. Ακόμη περισσότερο όταν σκηνοθέτης της «αντίπαλης» ταινίας είναι ένας πολλαπλά αδικημένος, μα και πολλαπλά ταλαντούχος αμερικανός: ο Μάρτιν Σκορτσέζε. Ο ιταλικής καταγωγής δαιμόνιος σκηνοθέτης έχει στο παρελθόν προταθεί άλλες τρεις φορές για το βραβείο σκηνοθεσίας, συνήθως όμως το χάνει από κάποιον... ηθοποιό! Έτσι συνέβη το 1980 με το «Οργισμένο Είδωλο» (το κέρδισε ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ για το «Συνηθισμένοι Ανθρωποι») και το 1990 με «Τα Καλά Παιδιά» (το έχασε από τον Κέβιν Κόστνερ και το «Χορεύοντας με τους Λύκους»). Τότε μάλιστα έχασε και το Όσκαρ σεναρίου από την ίδια ταινία (και τον ίδιο ηθοποιό).
Όσον αφορά στις ερμηνείες, πολλά μπορούν να ειπωθούν. Οι τρεις από τις πέντε υποψήφιες ηθοποιούς στην κατηγορία του Α΄ Γυναικείου Ρόλου μπορούν κάλλιστα να χαρακτηρισθούν οι αγαπημένες των υποψηφιοτήτων, και ίσως ποτέ να μην τις δούμε να κρατούν κάποιο Όσκαρ στα χέρια τους. Το πρώτο όνομα που μας έρχεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι της Γκλεν Κλόουζ (επτά υποψηφιότητες, μηδέν βραβεία). Παρόλα αυτά, εσχάτως παρατηρείται μια περίεργη σύμπτωση: η κάτοχος του βραβείου ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βερολίνου παίρνει και το Όσκαρ ερμηνείας (1996 Ζυλιέτ Μπινός, 2001 Χάλι Μπέρι). Λέτε λοιπόν φέτος να «φέξει» στην πρώην κυρία Κρουζ; Στις αντρικές ερμηνείες δεν έχουμε να παρατηρήσουμε κάτι ιδιαίτερο. Σπουδαίοι ηθοποιοί, ήδη βραβευμένοι, με εξαίρεση τον πρωταγωνιστή τού Ρομάν Πολάνσκι. Όπου και να πάει ο θείος Όσκαρ, δίκαιη επιλογή θα τη χαρακτηρίσουμε. Τα υπόλοιπα βραβεία προφανώς θα μοιραστούν ακριβοδίκαια ανάμεσα στα δυο μεγάλα φαβορί, το «Σικάγο» και τις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης», τα οποία μάχονται συνυποψήφια σε οκτώ κατηγορίες.
Τέλος έχουμε την εξής απορία: είναι εμφανής πλέον η αδυναμία της Αμερικανικής Ακαδημίας να προτείνει αμιγώς αμερικανούς συντελεστές και ταινίες για Όσκαρ. Δεν πρόκειται για άνοιγμα προς τον παγκόσμιο (ή καλύτερα, τον ευρωπαϊκό) κινηματογράφο το γεγονός πως κάθε χρόνο φιγουράρουν σε βασικές κατηγορίες ιταλοί, γάλλοι, ισπανοί, σουηδοί (για να μη μιλήσουμε για τους άγγλους). Είναι δυνατόν να μην υπάρχουν δέκα καλά αμερικανικά σενάρια να προταθούν, αλλά να διαβάζουμε ονόματα όπως αυτά του Πέδρο Αλμοδόβαρ ή των αδελφών Κουαρόν, ή ακόμα και της «δικής» μας Νία Βαρντάλος; Ή οι τέσσερις από τις πέντε υποψήφιες ταινίες μικρού μήκους να είναι ξενόγλωσσες; Και πώς να χαρακτηρίσουμε την υποψηφιότητα του Αλμοδόβαρ για το βραβείο σκηνοθεσίας; Παρόμοια με τη βράβευση του Μπενίνι με το Όσκαρ Ερμηνείας πριν από δυο χρόνια ίσως. Η φτωχή Αμερική προσπαθεί απεγνωσμένα να δώσει παγκόσμια διάσταση στο δημοφιλές Φεστιβάλ της, συγκαταλέγοντας στους υποψηφίους της ταινίες που έκαναν αίσθηση γενικά την εκάστοτε χρονιά. Καλώς, θα πούμε. Εκείνο όμως που μας βρίσκει αυστηρά αντίθετους είναι το γιατί πρέπει να θεωρείται αναγνώριση μια υποψηφιότητα (και ακόμη περισσότερο μια βράβευση) στον εν λόγω διαγωνισμό, αφού είναι δημιουργημένος από και προς ένα αμερικάνικο κοινό. Και ενώ κάνουμε τέτοιες αντιαμερικανικές σκέψεις (με ένα πόλεμο μάλιστα να επίκειται), χαμογελάμε όταν διαβάζουμε τους υποψήφιους στην κατηγορία του Ντοκιμαντέρ Μεγάλου Μήκους και βλέπουμε πάνω-πάνω το όνομα του Μάικλ Μουρ και τον «Ακήρυχτο Πόλεμό» του και κάτω-κάτω τα «Ταξιδιάρικα Πουλιά» του Ζακ Περέν. Και ψιθυρίζουμε σαν τον Οβελίξ: «μα είναι τρελοί αυτοί οι Αμερικανοί»!